Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΕΣ ΤΟΥ 1821

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΜΑΣ ΕΜΠΝΕΟΥΝ...

Η 25η Μαρτίου πλησιάζει κι εμείς αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με αγωνιστές και αγωνίστριες που μας εμπνέουν και αποτελούν για όλους φωτεινά παραδείγματα αρετής και φιλοπατρίας. Δεκαέξι λοιπόν μαθητές  και μαθήτριες της Β΄τάξης που επέλεξαν να γράψουν και να μάθουν δυο λόγια για τους αγαπημένους τους ήρωες . Σας παρουσιάζουμε ευθύς αμέσως τη μικρή μας έρευνα. 
ΔΕΣΠΩ ΣΕΧΟΥ-ΜΠΟΤΣΗ
Δεκέμβριος του 1803 η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.

ΜΟΣΧΩ ΤΖΑΒΕΛΑ
Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου». Ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου. Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει και το παιδί μου»,είπε χαρακτηριστικά στον πασά.


ΧΑΙΔΩ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΕΧΟΥ

Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς. Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.

ΑΛΕΦΑΝΤΩ
 Μια από τις γυναίκες του Μεσολογγίου ήταν και η Αλεφαντώ. Η ενδυμασία προσιδίαζε αυτής των αντρών. Αψηφούσε τους κινδύνους, τις κακουχίες και τις στερήσεις. Αντίθετα, εμψύχωνε τους άνδρες στον αγώνα και θυσίασε τη ζωή της για την ελευθερία και την τιμή της. Εκτός από αγωνίστρια, ήταν σύζυγος και μητέρα. Ο σύζυγός της σκοτώθηκε το Μάιο του’21 και νεαρή τότε η Αλεφαντώ έμεινε χήρα με μια μικρή κόρη. Όταν έγινε η έξοδος στο Μεσολόγγι, συνελήφθη μαζί με την κόρη της και για πολλά χρόνια είχε μαρτυρική ζωή.

ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ

Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει.  Μετά την έκρηξη της Επανάστασης από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά, προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια  για την ίδια , ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) .

ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ


Γεννήθηκε στην Τεργέστη, όπου ήταν εγκατεστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ το 1820. Εκτός από το ψυχικό σθένος και τη μεγάλη περιουσία, διαθέτει και μια πλούσια δυτική παιδεία, που περιλαμβάνει άριστη γνώση της Γαλλικής και Ιταλικής, καθώς και της Τουρκικής, προσόν που της επιτρέπει να δραστηριοποιηθεί σε μια μεγάλη προσπάθεια επηρεασμού της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Οι επιστολές της προς τις Παριζιάνες και τις Αγγλίδες εντυπωσιάζουν, συγκινούν και συζητιούνται τόσο στο Παρίσι όσο και στο Λονδίνο. Το 1820 ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Τήνο και τη Μύκονο, πατρίδα της μητέρας της. Διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε και η ίδια μέρος σε πολλές επιχειρήσεις.  Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον αγώνα, κατέφυγε κοντά στους συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό.

ΔΟΜΝΑ ΒΙΣΒΙΖΗ


Η Δόμνα Βισβίζη γεννήθηκε στην Αίνο το 1783. Ήταν παντρεμένη με τον αγωνιστή Χατζη-Αντώνη Βισβίζη που ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία . Ο Βισβίζης διοικούσε το μπρίκι του την «Καλομοίρα» και συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση . Η Δόμνα και τα πέντε παιδιά τους τον ακολουθούσαν πάντα στις πολεμικές επιχειρήσεις Η Δόμνα Βισβίζη απέκτησε πολλές εμπειρίες και έτσι όταν σκοτώθηκε ο σύζυγος της συνέχισε με ανδρεία και ηρωισμό ως καπετάνισσα της «Καλομοίρας» διαθέτοντας όλη της την περιουσία για την συντήρηση του πλοίου.
 Για τρία χρόνια 1821-1823 πρόσφερε τις υπηρεσίες της σε όλα τα ελληνικά πελάγη . Το 1823 παραχώρησε το πλοίο στην ελληνική διοίκηση για να μετατραπεί σε πυρπολικό και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση . Η Δόμνα έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο Ναύπλιο , την Ύδρα και την Σύρο.



ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΑΒΕΛΑ


Η Βασιλική Τζαβέλα ήταν αγωνίστρια του αγώνα του 1821. Ήταν γυναίκα του Κίτσου Τζαβέλα. Έζησε από κοντά την πολιορκία του Μεσολογγίου και πήρε μέρος στις μάχες. Άοπλη εξήλθε μαζί με τους άλλους και πολέμησε με το πρωτότοκο παιδί της, τον Δημήτρη στον ώμο και έγκυος. Μέσα στην μάχη της έπεσε το παιδί νήπιο δέκα μηνών και το πιάσαν οι Τούρκοι αιχμάλωτο, για να το ανταλλάξουν αργότερα έναντι σαράντα Τούρκων. Μετά την έξοδο η Βασιλική παντρεύτηκε τον Κίτσο στο Ναύπλιο. Τον ακολούθησε πιστά σε όλες τις μάχες και τις περιπέτειες του βίου του. Μετά τον θάνατο του συζύγου της η Βασιλική εγκαταστάθηκε σε μια χωριάτικη καλύβα στην Κηφισιά. Έζησε με εγκράτεια, διαθέτοντας τα λιγοστά της χρήματα για την βοήθεια των φτωχών και των πεινασμένων. Ήταν μια από τις τελευταίες εκπροσώπους της μεγάλης εκείνης γενιάς των ηρωϊκών γυναικών της επανάστασης του 1821. Απεβίωσε στην Κηφισιά στις αρχές Απριλίου 1882.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν σπουδαίος αγωνιστής οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821. Πολέμησε μέχρι το 1820 για λογαριασμό του Αλή Πασά και στη συνέχεια αγωνίστηκε για την επανάσταση. Λίγο πριν τον τραγικό θάνατο του Αλή Πασά  το 1822, και σε συνεννόηση με αυτόν, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με ένα σύνολο 2.000 ανδρών, Αλβανών και Ελλήνων, ανεξαρτητοποιήθηκε και άρχισε ένα τρίχρονο αγώνα εναντίον των Οθωμανών με αποκορύφωμα την ηρωϊκή Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαίου 1821), όπου μόνο 118 Έλληνες αντιμετώπισαν με επιτυχία 8.000 Οθωμανούς υπό τον Ομέρ Βρυώνη. Μέσα σε αυτούς τους 118 ήρωες Έλληνες ήταν και οι μετέπειτα δολοφόνοι του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Τότε γράφτηκε και το γνωστό δημοτικό τραγούδι «Τ’ Αντρούτσου η μάνα χαίρεται, του Διάκου καμαρώνει. Γιατί έχουν γιους αρματολούς, και γιους καπεταναίους. Ανδρούτσος φυλάει τη Γραβιά, Διάκος την Αλαμάνα»). Στη μάχη αυτή, «η στρατηγική ιδιοφυΐα του Ανδρούτσου θριάμβευσε. Έτσι δικαιωματικά κατέλαβε τη θέση του αρχηγού των όπλων της Βοιωτίας.
 Φυλακίστηκε το 1825 κατηγορούμενος άδικα για συνεργασία με τους Τούρκους, στην Ακρόπολη των Αθηνών όπου και δολοφονήθηκε πριν δικαστεί στις 5 Ιουνίου του ίδιου χρόνου

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης ήταν σημαντική μορφή του ναυτικού αγώνα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετέπειτα ναύαρχος και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας .  Έμεινε ορφανός από πατέρα πολύ νωρίς και έτσι άρχισε να δουλεύει σε πλοία συγγενών του. Τον Ιούνιο του 1822, αφού ο ελληνικός στόλος δεν κατάφερε να σώσει τη Χίο από την τουρκική σφαγή, ο Κανάρης ανέλαβε να βάλει μπουρλότο στη ναυαρχίδα του Καρά Αλή, του επικεφαλής του στρατού που έσφαξε τους κατοίκους και έκαψε το νησί. 

 Στο εγχείρημα βοήθησαν δύο παράγοντες: αφενός ότι η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή καθώς δεν είχε φεγγάρι και αφετέρου ότι στο κατάφωτο κατάστρωμα της ναυαρχίδας οι περίπου 2.000 Τούρκοι γιόρταζαν το Μπαϊράμι κι έτσι τα μέτρα φρούρησης ήταν ελλιπή. Η φωτιά απ' το μπουρλότο μεταδόθηκε ταχύτατα στο καράβι. Πριν προλάβουν να απομακρυνθούν απ' αυτό οι πρώτες σωστικές λέμβοι, η φωτιά έφτασε στην πυριτιδαποθήκη, η οποία ανατινάχθηκε. Ως αποτέλεσμα τα θύματα ήταν πάρα πολλά. Μεταξύ αυτών ο ναύαρχος Καρά Αλής, αξιωματικοί του και πολλοί ναύτες.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 πέθανε, όντας εν ενεργεία πρωθυπουργός. Μέσα σε 18 χρόνια ο Κανάρης έχασε σε νέοτατες ηλικίες (19 έως 39) τα 5 από τα 7 παιδιά του.

  Ο Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας.  Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης  αφού έχασε τον πατέρα του,εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών τηςΠελοποννήσου και στα 15 του έγινε καπετάνιος. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και άρχισε να προετοιμάζει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο γνωρίζοντας ότι η ημέρα έναρξης ήταν η 25 Μαρτίου. Πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του αγώνα, όπως στη νίκη στο Βαλτέτσι (14 Μαΐου 1821), στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), στην καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη σταΔερβενάκια (26 Ιουλίου 1822), όπου διέσωσε τον Αγώνα στην Πελοπόννησο, αφού πρυτάνευσαν η ευφυΐα και η τόλμη του στρατηγικού του νου. Οι επιτυχίες αυτές τον ανέδειξαν σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου. Οι διαφωνίες του με την Αντιβασιλεία τον οδήγησαν, μαζί με άλλους αγωνιστές,στις φυλακές του Ναυπλίου με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και στις 25 Μαΐου 1834, μαζί με τον Πλαπούτα, καταδικάστηκε σε θάνατο. Έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του βασιλιά  Όθωνα το 1835, οπότε και ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του «Συμβούλου της Επικρατείας».

 Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε μια νύχτα του1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο, επιστρέφοντας από γλέντι στα βασιλικά ανάκτορα.

Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν ο δεύτερος γιος του Κίτσου Μπότσαρη, που ήταν μια από τις σημαντικότερες μορφές του Σουλίου.  Οι νικηφόρες μάχες του ,τού έδωσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον Εχθρό". Αυτή η πράξη του αποδεικνύει και την αγάπη του για την πατρίδα . Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τούρκικα στρατεύματα που έκαναν επιδρομή  προς την δυτική Ρούμελη. Τη νύχτα της 21ης Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000 Τούρκων του Μουσταή Πασά, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, στη μάχη που έμεινε γνωστή ως Μάχη του Κεφαλόβρυσου. Παρά τον αρχικά ελαφρύ τραυματισμό, συνέχισε να πολεμάει και κατάφερε να νικήσει τον Μουσταφα πασα. Όμως μια τουρκική σφαίρα τον άφησε νεκρό. Τότε οι Σουλιώτες, αν και νίκησαν, διέκοψαν τον αγώνα για να παραλάβουν τον αρχηγό τους και τα λάφυρα. Μεταφέροντας τον νεκρό προς το Μεσολόγγι όπου τελικά τον ενταφίασαν, σταμάτησαν για λίγο στην Μονή Προυσσού όπου ευρισκόταν ο Καραϊσκάκης βαριά άρρωστος. Αυτός τον ασπάστηκε λέγοντας "Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι' εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω"Έτσι κι έγινε.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος ήταν Έλληνας επαναστάτης, αρχικά υπήρξε σπουδαίος αρματωλός και στη συνέχεια έγινε στρατηγός της Επανάστασης του 1821.  Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα λόγω του  ότι αναγκάστηκε να ζει μόνος χωρίς την υποστήριξη των γονέων του.  Από μικρός επιπλέον υπέφερε από φυματίωση . Ο Καραϊσκάκης από νεαρή ηλικία φιλοδοξούσε να γίνει κάποια μέρα καπετάνιος των Αγράφων και το κατόρθωσε πράγματι το 1821 . Ο ίδιος μετά τις μάχες κοντά στο Αγρίνιο  αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα Άγραφα και να πάει στην Ιθάκη προκειμένου να συναντήσει έμπειρους γιατρούς για την αντιμετώπιση της φυματίωσης από την οποία έπασχε. Οι γιατροί λίγες ελπίδες ζωής έδωσαν στον ήρωα και του συνέστησαν να μείνει στο νησί. Ο Καραϊσκάκης, νοσταλγώντας τη Ρούμελη και τα Άγραφα, επέστρεψε από την Ιθάκη στο Μεσολόγγι και ζήτησε επίμονα να διορισθεί αρχηγός των ελληνικών όπλων της επαρχίας . Ωστόσο οι αντίζηλοί του τον κατηγόρησαν άδικα πως ήθελε να παραδώσει το Μεσολόγγι στους εχθρούς κι έτσι έκριναν  τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» χωρίς να γίνει δίκη. Αργότερα ο Καραïσκάκης θα δικαιωθεί και θα οργώσει ολόκηρη την επαναστατημένη Ελλάδα προσφέροντας τις υπηρεσίες του για την απελευθέρωσή της. Το 1827 ο Αρχιστράτηγος Καραϊσκάκης μετέφερε το στρατόπεδό του στο Κερατσίνι στα υψώματα του οποίου έχτισε "ταμπούρια" (μικρές οχυρώσεις) όπου επανειλημμένα δέχθηκε επιθέσεις των Τούρκων. Ήταν  απόγευμα της 22ας Απριλίου όταν  ακούστηκαν πυροβολισμοί από ένα Κρητικό οχύρωμα. Οι Κρητικοί προκαλούσαν τους Τούρκους και καθώς εκείνοι απαντούσαν οι εχθροπραξίες γενικεύτηκαν. Ο Καραϊσκάκης, παρότι άρρωστος βαριά, έφτασε στον τόπο της συμπλοκής. Εκεί μια σφαίρα τον τραυμάτισε θανάσιμα στο υπογάστριο. Ο ήρωας μεταφέρθηκε στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι και αφού μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, υπαγόρευσε τη διαθήκη του . Η τελευταία κουβέντα που είπε στους συμπολεμιστές του, κατά τον Στρατηγό Μακρυγιάννη που τον επισκέφθηκε, ήταν "Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα".


Την επομένη στις 23 Απριλίου 1827 ο Αρχιστράτηγος Γεώργιος Καραϊσκάκης, την ημέρα της ονομαστικής του εορτής θα βρει το θάνατο μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο Κερατσίνι.  Η σορός του μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στη Σαλαμίνα όπου ετάφη και θρηνήθηκε από το πανελλήνιο.

Αναφέρεται πως όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε τον θάνατο του Καραϊσκάκη "κάθισε σταυροπόδι" και μοιρολογούσε σαν γυναίκα.


Ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας (το κανονικό του όνομα ήταν Γεώργιος Δημ. Δικαίος ) ήταν κληρικός, πολιτικός και αγωνιστής, ήρωας της Eλληνικής Επανάστασης του 1821. Όταν το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς εισέβαλε στην Πελοπόννησο, πρώτος ο Παπαφλέσσας ζήτησε να ελευθερωθούν οι φυλακισμένοι πολεμιστές, όπως ο Κολοκοτρώνης, αλλά δεν εισακούστηκε. Έτσι αναγκάστηκε να εκστρατεύσει ο ίδιος .Ο Παπαφλέσσας με συνεχείς του εκκλήσεις ζητά την απελευθέρωση του Κολοκοτρώνη και των άλλων αγωνιστών που κρατούνταν στηνΎδρα. Στις 19 Μαΐου όταν φάνηκαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα, πολλοί από τους άνδρες του Παπαφλέσσα διασκορπίστηκαν και έμεινε με 300 (ή κατά άλλους 600) πολεμιστές.

Στη Μάχη στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου, βρήκε τον θάνατο προβάλλοντας ηρωική αντίσταση μαζί με τους λίγους άνδρες που του είχαν μείνει. Σύμφωνα με το θρύλο, που αναφέρουν και ορισμένοι ιστορικοί της επανάστασης, μετά το τέλος της μάχης ο Ιμπραήμ ζήτησε από τους στρατιώτες του να αναζητήσουν και να βρουν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα. Όταν εκείνοι το βρήκαν, τους διέταξε να τοποθετήσουν πάνω στο ακέφαλο πτώμα το κεφάλι και να τον στήσουν σε μια βελανιδιά που βρισκόταν εκεί. Τότε ο Ιμπραήμ πλησίασε τον νεκρό Παπαφλέσσα και τον φίλησε στο μέτωπο σε ένδειξη αναγνώρισης της γενναιότητας και του  θάρρους του.

Ο Γιάννης Μακρυγιάννης (1797 - 1864) ήταν αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στρατιωτικός και πολιτικό πρόσωπο μετά τη δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχε σημαντική πολεμική δράση. Αγωνίστηκε σε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα. Τραυματίστηκε πολλές φορές σε μάχες, με αποκορύφωμα τη μάχη της Αθήνας (Ακρόπολη - Περιοχή Ηρωδείου), όπου σε ένα βράδυ τραυματίστηκε τρεις φορές κατά τη διάρκεια υπεράσπισης ενός συμπολεμιστή του. Συνήθιζε με τα τεχνάσματα και τις στρατηγικές του ανταρτοπολέμου να εξαπατά τον αντίπαλο. Αυτός ήταν ο λόγος που κέρδισε κατά τη διάρκεια της επανάστασης το σεβασμό και την εμπιστοσύνη των μεγάλων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών. Είχε όμως πάντα το θάρρος της γνώμης του και πολλές φορές γινόταν αυστηρός προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, ιδιαίτερα όταν θεωρούσε ότι κάποιος ενδιαφερόταν για το προσωπικό του όφελος και αδιαφορούσε για το σκοπό του αγώνα.  Έλαβε μέρος στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου   με την οποία οι Έλληνες  ζήτησαν σύνταγμα(νόμους γραπτούς). Το 1852 καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Όθωνα, πρώτου βασιλιά της Ελλάδας μετά την επανάσταση,  αλλά το 1854 αφέθηκε ελεύθερος. Το1864 ονομάστηκε αντιστράτηγος και πέθανε λίγο μετά.

Ο Ρήγας Βελεστινλής ή Ρήγας Φεραίος: Γεννήθηκε στο Βελεστίνο, τις αρχαίες Φερές της Θεσσαλίας. Ήταν Έλληνας συγγραφέας, πολιτικός στοχαστής και επαναστάτης. Θεωρείται εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος υπέγραφε ως «Ρήγας Βελεστινλής» ή «Ρήγας ο Θεσσαλός» και ουδέποτε «Φεραίος», κάτι που ίσως να είναι δημιούργημα μεταγενέστερων συγγραφέων. Αγαπούσε τα γράμματα πολύ, για αυτό το λόγο γνώριζε να μιλά την Γαλλική, την Ιταλική και τη Γερμανική γλώσσα. Με τις επιστολές  και με τα  έργα του προς

τους υπόδουλους Έλληνες ,κατάφερνε να τους ξεσηκώνει και  να τους καλλιεργεί την επιθυμία για  ελευθεριά. Για την επαναστατική του δράση συνελήφθη στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797
από Αυστριακούς , και λίγο αργότερα παραδόθηκε  μαζί με άλλους 7 συντρόφους του στις 10 Μαΐου 1798 στους Τούρκους του Βελιγραδίου .  Ύστερα από συνεχή βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου του 1798, στραγγαλίστηκαν και τα σώματά τους ρίχτηκαν στον Δούναβη.

Ο Ανδρέας Μιαούλης – Βώκος ήταν Έλληνας καραβοκύρης, δηλαδή πλοιοκτήτης, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση του 1821, ως διοικητής ναύαρχος του ελληνικού στόλου, αλλά και στην μετέπειτα πολιτική ζωή του τόπου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μιαούλης λόγω της γενναιότητας του αλλά και της ισχυρογνωμοσύνης του είχε εμπλακεί σε πολλές διαμάχες. Η πιο διάσημη ήταν αυτή με ένα γαλλικό πλοίο λίγο έξω από τις ακτές της Ιταλίας. Η ναυμαχία διήρκεσε τρεις ολόκληρες μέρες και τελικά είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του γαλλικού πλοίου. 
 Το 1807 αναγκάστηκε να διαμείνει στην Αθήνα για θεραπεία λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και του  υπερβολικού καπνίσματος. Από τότε σταμάτησε να πίνει και να καπνίζει
. Πέθανε , λόγω της φυματίωσης που τον ταλαιπωρούσε εδώ και καιρό, το απόγευμα της Κυριακής της 11ης Ιουνίου του 1835στην οδό Αιόλου 9, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στον Πειραιά.
Ενταφιάστηκε σε ακτή του Πειραιά, η οποία από τότε ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου