Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΨΩΜΙ


    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ

  















   
  
  Το παιδί του βασιλιά

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν τόπο πολύ μακριά από δω, ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Ήταν ένα ζευγάρι νιόπαντρο, πολύ όμορφο κι αγαπημένο.
Μια μέρα ο βασιλιάς λέει στην βασίλισσα:
- Θλω να μου κάνεις ένα γλυκό, μοναχή σου, με τα χεράκια σου.
- Ότι θες βασιλιά μου, του απάντησε εκείνη.
- Δεν θέλω όμως να σε βοηθήσει κανείς άλλος. Συνέχισε ο βασιλιάς. Ούτ’ ο μάγειρας του παλατιού, ούτ’ η μαγείρισσα, ούτ’ ο ζαχαροπλάστης, ούτ’ οι υπηρέτες. Κανένας άλλος, παρά μόνο εσύ.
- Θα σου κάνω το πιο νόστιμο γλυκό που έχεις φάει ποτέ! Του απάντησε η βασίλισσα.
- Ναι, αλλά θέλω όλα να τα κάμεις μόνη σου. Επέμενε ο βασιλιάς. Εσύ να το πας στον φούρνο, εσύ να το ψήσεις, εσύ να το φέρεις, εσύ να το κόψεις, εσύ να το σερβίρεις.
- Όπως θες βασιλιά μου, του ξαναπάτησε εκείνη.
Κατεβαίνει λοιπόν η βασίλισσα στο κελάρι του παλατιού, και βάζει μέσα σ’ ένα καλάθι όλα τα υλικά που θα χρειαζόταν. Μύγδαλα και καρύδια, αλεύρι και ζάχαρη, ροδόσταμο και μέλι.
Ανασκουμπώθηκε, στρώθηκε στην δουλειά, κι έκαμε ένα γλυκό, που πιο νόστιμό του άνθρωπος σ’ όλο τον κόσμο δεν είχε ματακάνει.
Το πήγε στον φούρνο, το φούρνισε, το ‘φερε στο παλάτι, το βαλε σε μια πιατέλα, και το πήγε στον βασιλιά.
Ο βασιλιάς πολύ χάρηκε, που η γυναίκα του τον φρόντιζε τόσο. Άλλωστε το γλυκό μοσχομύριζε τόσο πολύ, που με δυσκολία κρατιόταν για να μην πιάσει να το τρώει με τα χέρια!
Η βασίλισσα, έβαλε δυο πιάτα στο τραπέζι, κι ετοιμάστηκε να κόψει το γλυκό, για να σερβίρει τον βασιλιά. Την ώρα όμως που το ‘κοβε, φταρνίστηκε! Ο βασιλιάς το θεώρησε μεγάλη προσβολή, να φταρνίζεται κάποιος πάνω απ το γλυκό του, και θυμωμένος έβαλε τις φωνές.
- Δεν ντρέπεσαι να φταρνίζεσαι πάνω απ’ το γλυκό του βασιλιά; Αυτή είναι πολύ μεγάλη προσβολή!
- Δεν το ‘θελα βασιλιά μου. Αποκρίθηκε εκείνη.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ θυμωμένος και δεν άκουγε τίποτα!
- Να σηκωθείς να φύγεις απ’ το παλάτι! Δεν θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου! Μα τέτοια προσβολή!
Η βασίλισσα με κλάματα και παρακάλια προσπαθούσε να τον μεταπείσει, αλλά εκείνος δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα. Έτσι είδε κι απόειδε, και πήρε των ομματίων της κι έφυγε απ’ το παλάτι. Περπατούσε μια ολόκληρη μέρα, κι έφτασε σε μια μεγάλη πολιτεία. Εκεί, βρήκε ένα χαμόσπιτο κι έμεινε μέσα. Πέρασαν λίγες μέρες, κι η βασίλισσα κατάλαβε ότι ήταν έγκυος. Δεν ήξερε τι να κάμει. Έκλαιγε μέρες και νύχτες. Στο τέλος, στερέψανε τα δάκρυά της, και το πήρε απόφαση πώς μόνη της θα μεγάλωνε το παιδί της.
Περάσανε μήνες εννιά, κι η βασίλισσα γέννησε ένα πανέμορφο αγόρι. Είχε τον ήλιο στα μαλλιά, στα μάτια το φεγγάρι. Μεγαλώνοντας, έγινε ένα παλικαράκι πανέξυπνο και γεμάτο καλοσύνη. Αγαπούσε πάρα πολύ την μητέρα του, μόνο που κάθε λίγο την ρωτούσε:
- Μάνα, γιατί όλα τα άλλα τα παιδιά έχουν πατέρα κι εγώ δεν έχω;
- Έχεις παιδί μου, του απαντούσε η βασίλισσα. Έχεις έναν πολύ καλό και σημαντικό άνθρωπο για πατέρα.
- Και που ναι ο πατέρας, μάνα; Ξαναρωτούσε το παλικαράκι.
- Είναι καπετάνιος στα καράβια, και ταξιδεύει, τ` απαντούσε εκείνη.
Το παιδί μεγάλωνε, κι όταν έγινε 17 χρονών, ήταν ένα πανέμορφο παλικάρι. Είχε πάρει την αρχοντιά του πατέρα του, και την γλύκα της μάνας του. Απ’ όπου περνούσε όλοι στέκονταν και τον καμάρωναν κι έλεγαν ότι αυτό το παιδί, δεν μπορεί παρά να κρατούσε από αρχοντική γενιά.
Όταν η μάνα του είδε πώς είχε γίνει άντρας πια, καλός και μυαλωμένος, τον κάλεσε μια μέρα, και του ‘πε όλη την αλήθεια για τον πατέρα του.
Εκείνο, ένα ολόκληρο βράδυ, σκεφτότανε την ιστορία που του πε η μάνα του και τι μπορούσε να κάνει. Ο πατέρας του είχε φερθεί πολύ άδικα, και την αδικία δεν την σήκωνε.
Όταν χάραζε η μέρα, το παλικάρι είχε βρει λύση σ’ αυτό που τον απασχολούσε. Έβαλε καθαρά ρούχα, κατέβηκε στο κελάρι, και γέμισε ένα μπουκάλι με το καλύτερο κρασί που είχαν. Πήγε στο παλάτι, κι έδωσε το μπουκάλι στον μάγειρα του βασιλιά, λέγοντας του να του το σερβίρει με το μεσημεριανό του φαγητό. Ο βασιλιάς ήπιε το κρασί με το φαγητό του και πολύ του άρεσε. Την άλλη μέρα το παλικάρι ξαναπήγε ένα μπουκάλι κρασί στον βασιλιά, κι ο βασιλιάς πολύ το ευχαριστήθηκε. Αυτό γινότανε για μια ολόκληρη βδομάδα. Στο τέλος ο βασιλιάς ρώτησε τον μάγειρά τίνος ήταν αυτό το υπέροχο κρασί, κι εκείνος του είπε ότι κάθε μέρα ένα παλικάρι του το ‘φερνε κέρασμα. Τότε εκείνος είπε ότι θέλει να γνωρίσει τον κεραστή. Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα, όταν το παλικάρι πήγε το κρασί στο παλάτι, ένας υπηρέτης, τον οδήγησε μπροστά στον βασιλιά.
Εκείνος τον ευχαρίστησε για το κρασί που του έστελνε, και του είπε:
- Ποιοι είναι οι γονιοί σου παλικάρι μου; Φαίνεσαι να κρατάς από αρχοντική γενιά. Πες στον πατέρα και στην μάνα σου, να έρθουν μια μέρα να φάμε όλοι μαζί, να τους γνωρίσω κιόλας.
- Ο πατέρας μου, είναι ναυτικός και ταξιδεύει, του απάντησε το παλικάρι. Κι η μάνα μου χωρίς τον κύρη μου δεν έρχεται στο παλάτι.
Ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση.
- Τότε του είπε, να έρθεις μια μέρα μόνος σου. Εγώ δεν έχω παιδιά, και πολύ θα θελα να χω έναν γιο σαν κι εσένα. Να έρχεσαι λοιπόν να κάνουμε παρέα.
Κι έτσι συμφωνήσανε την άλλη μέρα να πάει το παλικάρι στο παλάτι να φάει μαζί με τον βασιλιά.
Το παλικάρι έφυγε χαμογελώντας απ’ το παλάτι. Το σχέδιο του πήγαινε καλύτερα απ’ ότι περίμενε και λογάριαζε.
Όταν γύρισε σπίτι του, πήρε απ’ το στάρι που ‘χαν στο κελάρι μια φούχτα, πήγε σ’ έναν χρυσοχόο να του το επιχρυσώσει και το ‘ριξε στην τσέπη του.
Το άλλο μεσημέρι, πήγε στο παλάτι και κάθισε στο τραπέζι μαζί με τον βασιλιά. Όταν κόντευαν να τελειώσουν το φαΐ τους, γυρίζει ο βασιλιάς και του λέει:
- Είσαι πολύ καλό και συμπαθητικό παιδί, και σ’ αγαπώ σαν παιδί μου.
- Κι εγώ σε συμπαθώ βασιλιά μου, απάντησε εκείνο, επειδή μοιάζεις με τον πατέρα μου. Κι όλα στο τραπέζι ήταν πολύ ωραία εκτός απ’ το ψωμί.
- Γιατί, τι έχει το ψωμί και δεν σ’ άρεσε; Τον ρώτησε ο βασιλιάς.
- Τι αλέθετε; Ρώτησε αντί γι’ άλλη απάντηση το παλικάρι
- Σιτάρι, του απάντησε εκείνος.
- Α, τότε δεν είναι σαν το δικό μας στάρι!

   Εμείς έχουμε πολύ καλύτερο ψωμί απ το σιτάρι που αλέθουμε. Να χτες εκεί που καθόμουνα έπιασα μια φούχτα και την έβαλα στην τσέπη μου. Δες τι ωραίο στάρι που είναι! Είπε το παλικάρι, κι έδειξε στον βασιλιά τα χρυσωμένα σπυριά.
Ο βασιλιάς το είδε και το θαύμασε.
- Τι ωραίο σιτάρι! Αναφώνησε. Μπορείς να μου προμηθέψεις καμιά εκατοστή οκάδες, να το σπείρω στα χωράφια μου;
- Και βέβαια βασιλιά μου. Του απάντησε το παλικάρι. Μόνο που αυτό το στάρι, για να βγει καλό, πρέπει να το σπείρει άνθρωπος που δεν έχει φτερνιστεί ποτέ στην ζωή του.
- Και ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Ρώτησε ο βασιλιάς.
- Μα εσύ βασιλιά μου! Του απάντησε το παλικάρι. Εσύ μόνος σου θα το σπείρεις.
- Μα κι εγώ έχω φτερνιστεί πολλές φορές στην ζωή μου! Είπε ο βασιλιάς κοιτάζοντάς τον έκπληκτος.
- Αλήθεια βασιλιά μου; Τον ρώτησε το παλικάρι. Και τότε γιατί έδιωξες την μανά μου μόνο και μόνο επειδή φτερνίστηκε την ώρα που σου σέρβιρε το γλυκό σου;
Ο βασιλιάς το κοίταξε έκπληκτος. Όταν κατάλαβε ότι το παλικάρι που είχε απέναντί του ήταν γιος του, τρελάθηκε απ’ την χαρά του. Το αγκάλιασε, κατάλαβε το λάθος που είχε κάνει, και το έστειλε την ίδια ώρα να φέρει την βασίλισσα στο παλάτι. Της ζήτησε να τον συγχωρέσει κι από τότε, μείνανε όλοι μαζί και ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.


Δεκαοχτώ ψωμιά


   Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποιο μικρό χωριό ζούσε μια ηλικιωμένη
χήρα με τον μονάκριβο γιο της. Η ζωή θες, οι κακοτυχίες θες, έκαναν
την χήρα αρκετά δύστροπη και δύσκολη στην συμπεριφορά και σκληρή
στην καρδιά χωρίς κανένα ίχνος συμπόνιας μέσα της για τους άλλους.
Σχεδόν με όλους τους γείτονές της αλλά και τους συγγενείς της είχε προ-
βλήματα και μάλωνε με όλους συνεχώς, όμως του γιου της δεν χαλούσε
κανένα χατίρι και γινόταν τελείως άλλος άνθρωπος μαζί του από την α-
πέραντη αγάπη και αδυναμία που του είχε. Άλλωστε γι’ αυτήν ήταν το
μόνο πράγμα που της είχε μείνει στον κόσμο για το οποίο είχε λόγο για
να ζήσει. Τέτοιο ήταν το δέσιμό της μαζί του που σε καμιά περίπτωση δεν
μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν.
    Τα χρόνια όμως περνού-σαν γρήγορα και όπως όλα τα παιδιά του
κόσμου έτσι και το παιδί της χήρας μεγάλωνε εξίσου γρήγορα και με τα
 λίγα και τα πολλά έφτασε και σε ηλικία γάμου, ηλικία όπου θα έπρεπε να
 βρει την κατάλληλη γι’ αυτόν γυναίκα και να κάνει κι αυτός με την σειρά του την δική του οικογέ-νεια και παιδιά. Η μητέρα του ούτε που ήθελε να φαντα
στεί πως θα μοι-ραζόταν την αγάπη του μοναχογιού της με κάποια άλλη γυναίκα άσε που φοβότανε κιόλας ότι μπορεί όταν παντρευόταν ο γιος της να έφευγε μα-κριά σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα. Τότε τι θα απογίνονταν αυτή η καψε-
ρή; Μόνη κι έρημη σε ένα άδειο σπιτικό, κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους
τι τάχα να αποζητούσε πια από την ζωή της; Και μόνο με την σκέψη αυτή
τρόμαζε και δεν έκλεινε μάτι τα βράδια. Από την άλλη, έβλεπε πως ο γιος
της ήθελε πολύ να κάνει την δική του οικογένεια και δεν της πήγαινε η
καρδιά να του χαλάσει τα σχέδια. Όταν μάλιστα ο νεαρός ερωτεύθηκε
μια κοπέλα από το χωριό τους, άρχισε να σκέφτεται πως παρόλο που ή-
ταν μαλωμένη με τους γονείς της, ίσως και να ήταν μια καλή λύση. Ήταν
από το ίδιο χωριό και επομένως δεν υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να φύ-
γουν για άλλα μέρη όταν με το καλό θα παντρευόντουσαν. Όμως δεν της
έφτανε αυτό.
- Μητέρα θα μας δώσεις την ευχή σου; Ρώτησε με αγωνία  ο νεαρός αφού
μίλησε στην μητέρα του ανοιχτά για πρώτη φορά σχετικά με τα μελλοντικά
του σχέδια.
- Μα και βέβαια κανακάρη μου! Χαμογέλασε η μητέρα του. - Όμως, συ-
νέχισε σοβαρεύοντας γρήγορα, - τι θ’ απογίνω μοναχή εγώ η έρμη;
- Μη στεναχωριέσαι άδικα μάνα και θα ζήσεις μαζί μας.
Αυτό ήθελε ν’ ακούσει η χήρα κι έδωσε την ευχή της για τον γάμο χωρίς
άλλη σκέψη. Ο γάμος έγινε με το καλό και όλα έγιναν όπως τα είχαν πει.
Η νύφη πανέμορφη αλλά και με χρυσή καρδιά, με χαρά μπήκε στην οι-
κογένειά τους. Η χαρά όμως δεν ήταν η ίδια και για την πεθερά . Όσο
έβλεπε ότι ο γιος της αγαπούσε την νύφη τόσο ζήλευε που μοιραζόταν
την αγάπη του μαζί της και αισθανόταν μίσος γι αυτήν. Έτσι προσπαθού-
σε με τρόπο να της κάνει την ζωή δύσκολη, χωρίς όμως να γίνεται αυτό
φανερό στον γιο της. Η νύφη από την άλλη, πάντα βολική και καλόγνω-
μη, υπόμενε όλες τις ταλαιπωρίες χωρίς παράπονο από τον μεγάλο σε-
βασμό που είχε για την πεθερά της αλλά και εξ αιτίας της αγάπης που
είχε για τον άντρα της.
- Που θα πάει, θα στρώσουν τα πράγματα με τον καιρό, έλεγε και ξανά-
λεγε στον εαυτό της και το πίστευε με όλη της την καρδιά. Όσο όμως η
νύφη άντεχε τα καψώνια τόσο η πεθερά άρχιζε να χάνει τον έλεγχο και
να γίνεται πιο στριμμένη. Ώσπου μια μέρα, πάνω στην τρέλα του μίσους
της που γινόταν όλο και πιο δυνατό, συνέλαβε ένα σχέδιο ώστε να ντρο-
πιάσει για τα καλά την νύφη της και να την φέρει σε δύσκολη θέση. Φώ-
ναξε λοιπόν την νύφη της όλο γλύκα και της είπε:
- Έλα καλή μου κοπέλα να με βοηθήσεις να κάνουμε ψωμιά γιατί σήμε-
ρα θα έρθουν κάποιοι συγγενείς επίσκεψη και πρέπει να τους φιλέψου-
με. Έπιασαν λοιπόν οι δυο τους, κοσκίνισαν το αλεύρι, ζύμωσαν τα ψω-
μιά και ετοίμασαν δεκαοχτώ συνολικά φραντζόλες. Σύρε παιδί μου να τα
πας στον φούρναρη να τα ψήσει μια που εγώ είμαι γριά και δεν μπορώ,
παρακάλεσε με ευγένεια η πονηρή χήρα. Η νύφη χωρίς καμιά υποψία
κίνησε ευθύς αμέσως για τον φούρνο. Μέσα της μάλιστα ήταν κάπως χα-
ρούμενη αφού η πεθερά της την είχε εμπιστευτεί και όλη την ημέρα της
φερόταν με ευγένεια και καλοσύνη. Προφανώς με τον καιρό είχε κερδί-σει την αγάπη και την συμπάθεια της ηλικιωμένης γυναίκας και μάλλον
από εδώ και πέρα θα τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Έτσι λοιπόν πήγε τα
ψωμιά στον φούρνο και όταν ήρθε η ώρα που ήταν έτοιμα ξαναπήγε και
τα πήρε. Όταν έφτασε στο σπίτι και άφησε τα ψωμιά πάνω στο τραπέζι η
πεθερά της έχασε την ευγενική και χαρωπή συμπεριφορά και σοβάρεψε
                               
ξαφνικά.
- Νύφη γιατί τα ψωμιά είναι δεκαοχτώ; Ρώτησε με αυστηρότητα και συ-
νέχισε παγερά
- Σε γέλασε ο φούρναρης ή έφαγες εσύ κρυφά κανένα; Εγώ σου έδωσα
δεκαεννέα ψωμιά για ψήσιμο.
Η νύφη χλόμιασε …
- Μα είναι δυνατόν μητέρα; Κάποιο λάθος θα κάνετε! Απάντησε με ευγέ-
νεια αλλά και σιγουριά. Εγώ πήρα δεκαοχτώ ψωμιά και έφερα δεκαοχτώ
ψωμιά.
Η πεθερά της που αυτό περίμενε να ακούσει έγινε έξαλλη. Τολμάς και
μου λες ψέματα ! Δεν ντρέπεσαι καθόλου! Πάμε τώρα στον φούρναρη να
δούμε πόσα έψησε. Και λέγοντας αυτά την τράβηξε με το ζόρι να πάνε
στον φούρνο.
 Ο φούρναρης που ήταν δασκαλεμένος από την πεθερά έκανε όπως του
είπε.
- Εγώ δεκαεννέα ψωμιά πήρα, δεκαεννέα ψωμιά έψησα, δεκαεννέα ψω-
μιά έδωσα ! Είπε με ύφος που δεν δεχόταν αντιρρήσεις.
- Εγώ δεκαεννέα ψωμιά ζύμωσα, δεκαεννέα ψωμιά σου έδωσα να πας
στον φούρνο. Κι εσύ τι έκανες; Μου έφερες πίσω δεκαοχτώ!
Η νύφη δεν άντεξε, άρχισε να κλαίει και να επαναλαμβάνει συνεχώς:
<<Δεκαοχτώ ψωμιά ήταν, δεκαοχτώ ψωμιά, δεκαοχτώ, δεκαοχτώ, δεκα-
οχτώ, δεκαοχτώ …>> και πήρε να τρέχει σαν τρελή μέσα στο χωριό ανα-
μαλλιασμένη και απελπισμένη. Έτρεχε φωνάζοντας και κλαίγοντας και
σε λίγο χάθηκε μέσα στο κοντινό δάσος. Λένε ότι στην κατάσταση που
βρέθηκε εντελώς άδικα την είδε και την λυπήθηκε ο Θεός και την μετα-
μόρφωσε σε πουλί. Όμως ο καημός της κοπέλας ήταν τόσο δυνατός που
ακόμα και σαν πουλί δεν μπόρεσε να ξεχάσει και να δεχτεί τις κατηγορί-
ες που δέχτηκε και αντί να κελαηδάει όπως τα περισσότερα άλλα πουλιά, αυτό επαναλαμβάνει συνεχώς την ίδια μόνο λέξη: Δεκαοχτώ, δεκαοχτώ,
δεκαοχτώ, δεκαοχτώ …





Το πιο γλυκό ψωμί

  Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.
Oπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».
Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».
Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.
«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» O βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.
«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»
Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.
Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα.


 Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.
Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.
Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. O βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα.  Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».
O βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!
    

Το παραμύθι που δεν είχε τέλοςΚώστας Βάρναλης
Εκτύπωση
Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή ένας τεμπέλης βασιλιάς. Δεν έκανε καμιά δουλειά. Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουε μαχμουρλίδικα.
  Αμολούσε σ’ όλο του το βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε χόρταινε ν’ ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη και δυστυχία. Γι’ αυτό ήθελε πάντα το ένα παραμύθι ν’ ακολουθάει το άλλο. Ακόμα κι όταν έτρωγε κι έπινε ή έπαιρνε το μπάνιο του στη χαβούζα* του παλατιού, ήθελε ν’ ακούει παραμύθια. Μονάχα αργά πολύ, μετά τα μεσάνυχτα, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, τότε σιωπούσανε κι οι παραμυθάδες και, πατώντας στα νύχια τους απάνω στα παχιά κιλίμια, φεύγανε σιγά σιγά να πάνε να ξεκουραστούνε κι αυτοί, οι βασανισμένοι!
  Όσο πιο μεγάλο και μπερδεμένο ήταν το παραμύθι, τόσο περισσότερο του άρεσε. Ήταν παραμύθια που βαστούσανε μέρες και βδομάδες ολάκερες. Μα όσο μεγάλα και να ήτανε, ερχότανε επιτέλους η ώρα τους να τελειώσουν. Ε, τότε ο βασιλιάς γινότανε τρομερά δυστυχής. Αρρωστούσε, που έλεγες πως θα πεθάνει.
  Είδε κι απόειδε αυτός, η δωδεκάδα του (το συμβούλιό του) κι ο γιατρός του, αποφασίσανε όλοι μαζί να στείλουνε τελάληδες* σ’ όλες τις επαρχίες και σε όλα τα χωριά του βασιλείου, να διαλαλήσουνε:
  – Όποιος ξέρει ένα παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ, ας παρουσιαστεί να το πει του πολυχρονεμένου βασιλιά, κι αυτός θα του δώσει ένα σακί φλουριά και την κόρη του για γυναίκα.
  Όσοι ακούγανε αυτά τα λόγια, αστράφτανε τα μάτια τους από τον πόθο να γίνουνε πολύ πλούσιοι και να παντρευτούν τη βασιλοπούλα. Κι όλοι νομίζανε πως θα τα καταφέρνανε να διηγηθούνε παραμύθι χωρίς τέλος. Το κάτω της γραφής, αν αποτυχαίνανε, δε θα είχανε να χάσουνε τίποτα.
  Μα οι τελάληδες προσθέτανε στο τέλος:
  – Όποιος όμως δε τα καταφέρει να διηγηθεί το ατέλειωτο παραμύθι, τότε ο βασιλιάς θα του κόψει το κεφάλι!
  Όταν ακούγανε αυτήν την ποινή, τους έπιανε τρόμος και φόβος. Τότε νιώθανε πως ο βασιλιάς δε ζητούσε εύκολο πράμα. Και λέγανε συναμεταξύ τους:
  – Αδύνατα πράγματα ζητάει.
  Ωστόσο παρουσιαστήκανε στο βασιλιά δυο τρεις αποφασισμένοι ή να κερδίσουνε το στοίχημα ή να χάσουνε το κεφάλι τους. Ο πρώτος, που δοκίμασε να πει το ατέλειωτο παραμύθι, μπόρεσε να το βαστάξει τρεις μήνες. Μα ύστερα η φαντασία του είχε στερέψει. Μασούσε τα λόγια του, δεν έβρισκε τίποτα να πει και έτσι έχασε το κεφάλι του.
  Τότε οι άλλοι δυο φοβηθήκανε κι ούτε καν τολμήσανε ν’ αρχίσουνε. Φύγανε, κι ευχαριστούσανε μάλιστα το Θεό που γλυτώσανε απ’ του Χάρου τα δόντια.
  Πέρασε πολύς, πάρα πολύς καιρός, και κανένας δεν ερχόταν στο παλάτι γι’ αυτή τη δουλειά.
  Όπου νά σου μια μέρα και παρουσιάζεται ένας ξένος –από πού ήταν, κανένας δεν ήξερε. Μα η εξυπνάδα του και το θάρρος του ήταν μεγάλα.
  – Μεγάλε βασιλιά, είπε, αφού έκανε τον απαραίτητο τεμενά.* Άκουσα πως δίνεις μεγάλη αμοιβή σε κείνον που θα σου διηγηθεί ένα παραμύθι χωρις τέλος. Του δίνεις ένα σακί φλουριά και τη βασιλοπούλα. Είναι αλήθεια;
  – Αλήθεια, απάντησε ο βασιλιάς. Αν όμως δεν πετύχει, τότε του παίρνω το κεφάλι.
  – Το ξέρω κι αυτό, είπε ο ξένος. Κι είμαι αποφασισμένος να σου διηγηθώ εγώ μια ιστορία που δεν τελειώνει.
  – Περιμένω ν’ αρχίσεις, είπε ο βασιλιάς και ξαπλώθηκε στον καναπέ απάνω στα πολλά μαξιλάρια.
  Τότε ο ξένος στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα απάνω στο κιλίμι μπροστά στο βασιλιά κι άρχισε:
  «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, που μάζεψε όλο το σιτάρι της απέναντι χώρας του και το κλείδωσε σε μιαν αποθήκη τόσο μεγάλη, που για να πας από την μιαν άκρη της έως την άλλη θα έπρεπε να περπατάς από το πρωί ίσαμε το βράδυ.
  »Μια μέρα έπεσε στην πρωτεύουσα ένα μαύρο σύννεφο ακρίδες τόσο μεγάλο, που σκοτείνιασε ο ήλιος κι όλοι νομίσανε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Γιατί γεμίσανε οι δρόμοι, τα σπίτια, ο αέρας, από ακρίδες τόσο πυκνές, που δεν μπορούσες ν ’ανασάνεις.
  »Αυτές οι αμέτρητες ακρίδες, αφού φάγανε όλα τα αμπέλια και τα δάση και δε χορτάσανε, μυριστήκανε τελευταία και την αποθήκη του σιταριού. Μα η αποθήκη ήταν πολύ καλά κλεισμένη από παντού, κι όχι μονάχα δεν είχε παράθυρα ή καμινάδες, μα ούτε και καμιά σκισμάδα για να μπορέσουνε να τρυπώσουνε μέσα και να φάνε το σιτάρι.
  »Κάμποσες μέρες φέρνανε βόλτα γύρω στην αποθήκη και κοιτάζανε με προσοχή όλες τις μεριές, μπας και βρεθεί πουθενά καμιά τρυπίτσα ή καμιά χαραμάδα. Μα επιτέλους μια τυχερή ακρίδα ανακάλυψε στην ανατολική πλευρά της αποθήκης μια μικρούλα σκισμάδα, που μόλις χωρούσε μοναχή της. Μπήκε το λοιπόν μέσα, πήρε ένα σπειρί σιτάρι και βγήκε.
  »Άμα βγήκε αυτή, μπήκε μια δεύτερη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα δεύτερο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια τρίτη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα τρίτο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Ύστερα μπήκε μια τέταρτη ακρίδα και πήρε ένα τέταρτο σπειρί σιτάρι, κι άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια πέμπτη ακρίδα κτλ…»
  Περάσανε μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, κι ο ξένος αξακολουθούσε να λέει από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο πράμα:
  «Ύστερα μπήκε μια άλλη ακρίδα και πήρε άλλο σπειρί σιτάρι. Άμα βγήκε αυτή, μπήκε άλλη ακρίδα και πήρε ένα άλλο σπειρί σιτάρι…»
  Περάσανε έτσι δυο χρόνια κι ο ξένος έλεγε και ξανάλεγε από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο χαβά.* Ο βασιλιάς στενοχωριότανε πολύ, ώσπου μια μέρα τονε ρώτησε θυμωμένος:
  – Δε μου λες, πόσον καιρό αυτές οι ακρίδες θα μπαίνουνε και θα βγαίνουνε;
  – Μα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, ώς τώρα οι ακρίδες αδειάσανε μια πιθαμή σιτάρι από την αποθήκη. Και μένουνε ακόμα τριακόσιες πιθαμές και μιλιούνια ακρίδες. Ίσως μετά εξακόσια χρόνια θα κατορθώσουν να μπούνε στην αποθήκη όλες οι ακρίδες μια μια και ν’ αδειάσουνε το σιτάρι. Και πάλι βλέπουμε…
  Τότε πια ο βασιλιάς δε βάσταξε. Γούρλωσε τα μάτια του, τινάχτηκε από το ντιβάνι και ξεφώνισε με όλη του τη δύναμη:
  – Καταραμένε άνθρωπε. Θα με τρελάνεις! Άι στο καλό! Έχασα το στοίχημα! Πάρε το σακί τις λίρες και την κόρη μου κι άφησέ με ήσυχο.
  Έτσι ο έξυπνος αυτός ξενοτοπίτης πήρε τα χρήματα, πήρε τη βασιλοπούλα κι έγινε και διάδοχος του θρόνου.
  Ο βασιλιάς είχε γεράσει πολύ κι ευχαριστιότανε τώρα ν’ ακούει παραμύθια κι ιστορίες που είχανε τέλος. Κάθε τόσο συνήθιζε να λέει:
  – Είμαι ευχαριστημένος, που έμαθα πως μονάχα οι ιστορίες που τελειώνουν είναι όμορφες κι έχουνε ενδιαφέρον.
  Άμα πέθανε, έγινε βασιλιάς ο έξυπνος γαμπρός του. Και το κράτος ευτύχησε. Μα οι ιστορικοί δε συμφωνήσανε ακόμα από ποιον τόπο ήταν αυτός ο ξένος.



* χαβούζα: δεξαμενή.
* τελάλης: κήρυκας.
* ο τεμενάς: η υπόκλιση.
* χαβάς: τραγούδι, τα ίδια λόγια.

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)


 

 Ο Σιμιγδαλένιος (Χρίστος Τριανταφυλλίδης)

             Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε μια θυγατέρα. Της έλεγε να παντρευτεί αλλά δεν ήθελε. Του λέει μια μέρα: «Πατέρα, να πας να μου πάρεις ένα τσουβάλι μύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι και ένα τσουβάλι ζάχαρη».Πήγε ο πατέρας της και της τα πήρε. Κλειδώθηκε αυτή σε μια κάμαρη. Είπε: «Εγώ θα κλειδωθώ σε μια κάμαρα 40 μέρες και να μην με γυρέψετε».      

           Κλειδώθηκε σε μια κάμαρη, έσπασε τα μύγδαλα, τα καθάρισε, τα ετοίμασε όλα, έπιασε και ζύμωσε το σιμιγδάλι, τα μύγδαλα και τη ζάχαρη και δημιούργησε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφτιαξε, κάθισε στο κεφάλι του, τον λιβάνιζε και έλεγε «Δεν μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου;». Αυτά τα έκανε 40 μέρες και έκλεγε. Στις 40 μέρες, τις λέει αυτός: «Αχ! Τι γλυκά κοιμόμουν και με ξύπνησες». Άφησε αμέσως αυτή τα κλάματα και είχε γέλια και χαρές. Ανοίγει τις πόρτες και βγαίνει αυτός έξω: «Να, λέει, πατέρα ποιον θα πάρω και όχι εκείνους που μου δίνεις».
    Το ακούει ο άλλος βασιλιάς πως του τάδε βασιλιά η θυγατέρα έκαμε ένα σιμιγδαλένιο άντρα και τον πήρε, το μαθαίνει και η θυγατέρα αυτού και πέφτει στα μαύρα πανιά να πεθάνει, επειδή ήθελε αυτή το σιμιγδαλένιο άντρα. Αρρώστησε από τον καημό της. Τι να κάμει ο πατέρας της; Συνεννοήθηκε με την γυναίκα του και είπαν: « Να κάνουμε γυναίκα μια φρεγάτα, να την αρματώσουμε και να της φορτώσουμε χρυσαφικά, γυαλικά διάφορα να έρθει ο σιμιγδαλένιος να ψωνίσει για τη γυναίκα του, να τον κλέψουμε».    Έτσι και έγινε. Η γυναίκα του, σαν ήρθε το μεσημέρι και ο Σιμιγδαλένιος δεν γύρισε να φάει, λέει: « Που είναι ο Σιμιγδαλένιος; Στη φρεγάτα;» Έφυγε λέει ο βασιλιάς. «Που πάει;». Ένας θεός ξέρει, είπε ο βασιλιάς. Άρχισε τα κλάματα. Τότε λέει ο πατέρας της: «παιδί μου μη κλαις». «Γιατί να μη κλαίω» του απάντησε, «Τον άντρα μου θέλω». « Μα που να τον βρούμε;». «Θα φύγω» λέει η θυγατέρα. Β      Σηκώθηκε και έφυγε. Δρόμο παίρνει και δρόμο αφήνει. Μέρες, μερόνυχτα γυρίζει, έγινε αγνώριστη. Στο δρόμο που πήγαινε, βρίσκει μια γυναίκα. Να με γιατρέψεις θεία.-Τι γιατρειά να σε κάνω; - Εγώ είμαι μάνα κι έχω τον ήλιο γιο. – Α!, λέει θεία για τον Σιμιγδαλένιο; -Ου λέει αυτή, που να σε κρύψω; Έχω τόπο; Άρχισε η μέρα μάζευε, έγειρε ο ήλιος. «Άντε, λέει, να φύγεις θα έρθει ο ήλιος, να σε φάει».- «Κρύψε με, λέει θεία». Έκλαιγε αυτή, την λυπήθηκε, σηκώνει τη σκούπα και την έκρυψε από κάτω. Βασίλεψε ο ήλιος και μετά σηκώθηκε και πήγε στην μάνα του και λέει: «Καλησπέρα».- Καλησπέρα- Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή. Αυτή ρώτησε πού ήταν ο Σιμιγδαλένιος, δεν ήξερε. Της είπε να πάει στο φεγγάρι. Πήγε στο φεγγάρι και ρώτησε ξανά που ήταν ο Σιμιγδαλένιος, δεν ήξερε.
         Της είπε να πάει στα αστέρια. Άμα τον δει το ένα και δεν το δει το άλλο, φίλεψέ το με ένα μύγδαλο. Πήγε στο μεγάλο αστέρι και τον ρώτησε, δεν ήξερε. Πετάχτηκε όμως ένα μικρό αστεράκι και τον είδε είπε. Την πήγε το αστεράκι με την άδεια του μεγάλου αστεριού. Πήγε σε ένα βασίλειο να ζητήσει δωμάτιο να καθίσει. Ρώτησε άμα είναι εδώ ο Σιμιγδαλένιος. Ήταν εκεί μπήκε στο βασίλειο και είπε στην κυρά του βασιλείου να τον δει. Με λίγα παρακάλια δέχτηκε. Φώναξε τις δούλες να της τον φέρουνε. Τον έφεραν και του μίλησε: «Δε μου μιλείς μάτια μου;» «Δε μου μιλείς φως μου;» Δεν είμαι εγώ που σε έπλασα; Άκουγε αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Έκλαιγε  αυτή. Ήθελε να δει τον Σιμιγδαλένιο μια βραδιά ακόμα. Τα είπε στις δούλες να πείσουν την κυρά τους. Του σιγομίλησε πάλι τα ίδια λόγια.
        Δεν μπορούσε όμως να μιλήσει. Σπάζοντας ένα μύγδαλο, βγήκε μια κλώσα με το πουλάκια της. Πήγανε οι δούλες ξανά χωρίς να τους το πει στην  κυρά τους και πήραν ένα κρασί που μπορούσε να τον βοηθήσει να τον αναστήσει. Άρχισε πάλι: «Δε μου μιλείς Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς φως μου;» Ε! λέει εκείνος. Εσύ ποια είσαι;- Δεν είμαι εγώ εκείνη, που σε έπλασα;- Και έγινες έτσι;- Έτσι έγινα λέει, γιατί σε έχασα και σε γύρευα να σε δω τόσο καιρό! – Τώρα ας φύγουμε. Σηκωθήκανε νύχτα και φύγανε. Πήγανε στο παλάτι τους και ζούνε καλά κι εμείς καλύτερα. Και τα κλάματα που είχε αυτή πριν, χάθηκαν κι έγιναν χαρά.



Ο φτωχός και ο πλούσιος
Σε ένα χωριό της Ανατολής ζούσε κάποτε μία πολύ φτωχή οικογένεια που είχε εφτά παιδιά. Για σπίτι είχανε ένα καλύβι σκεπασμένο με καλαμιές και γύρω- γύρω πάλι φυλαγμένο με καλαμιές.
Το ψωμί της οικογένειας ήταν πάντα λιγοστό. Όταν βοηθούσε η τύχη φώναζαν τον πατέρα για δουλειά και για μεροκάματο, του δίνανε ένα ψωμί ή καμπόσο αλεύρι. Το αλεύρι που μαζεύονταν, η μάνα το ζύμωνε και το φούρνιζε μέσα σ’ ένα λάκκο που είχαν στο καλύβι και χρησίμευε σαν θερμάστρα για το χειμώνα. Την ημέρα που ήταν η μάνα να ετοιμάσει το ψωμί, γύρω- γύρω τα παιδιά περίμεναν πότε θα ξεφουρνίσει η μάνα και έτρωγαν τη μερίδα τους πριν καλά- καλά κρυώσει. Μες στο καλύβι ήταν μες στη χαρά. Μετά το ψωμοφάγι, τα παιδιά τραγουδούσαν και χόρευαν χωρίς σταμάτημα. Η μάνα και ο πατέρας, βλέποντας τα παιδιά χορτάτα και χαρούμενα, έπαιρναν κι αυτοί τη δική τους χαρά. . Τα τραγούδια είχαν δικά τους λόγια απλά και αληθινά:
«Έχουμε καλό ψωμί σήμερα είναι γιορτή έχει το ψωμί αλάτι νοστιμίζει το ψωμάκι».
Όλη η οικογένεια κοιμούνταν πάνω στο ίδιο αχυρένιο στρώμα που δεν μαζεύονταν ποτέ και σκεπάζονταν με το ίδιο πάπλωμα γεμισμένο με μαλλί. Σε μία άκρη ξάπλωνε ο πατέρας, δίπλα του η γυναίκα, πάρα δίπλα το μωρό και στην άλλη άκρη το μεγαλύτερο παιδί της φαμελιάς. Η πιο μεγάλη έγνοια των γονιών, ήταν να κοιμούνται χορτασμένα τα παιδιά τους για να μην κλαίνε το πρωί με το ξύπνημα.
Η μόνη περιουσία της φαμελιάς ήταν μία κότα που γεννούσε κάθε μέρα ένα αυγό, που το έτρωγε ένα από τα παιδιά. Όταν στο καλύβι δεν βρίσκονταν τίποτε άλλο για φαγητό, έτρωγαν όλοι μαζί το αυγό για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Άλλοι έτρωγαν το ασπράδι και άλλοι το κροκάδι και παράπονο δεν έκανε κανένας.
Κάποια μέρα, το παιδί που είχε τη σειρά του, περίμενε το κακάρισμα της κότας και πήγε να πάρει το αυγό του. Αυτό όμως ήταν μικρό σαν αυγό πέρδικας. Το παίρνει και πηγαίνει στενοχωρημένο στη μάνα του.
«Μάνα είμαι άτυχος», λέει. «Αυτό το αυγό δεν φτάνει ούτε για μια μπουκιά. Κρίμα που περίμενα και έκανα όρεξη».
«Δεν πειράζει», λέει η μάνα. «Την άλλη φορά μπορεί το αυγό σου να είναι μεγάλο σαν της χήνας». Και το έβαλε στο μπρίκι για να βράσει. Όταν μετά από λίγο κατεβάζει το μπρίκι από τη φωτιά η μάνα βλέπει πως το αυγό είχε γίνει κίτρινο σαν το χρώμα του χρυσού.
Κάνει να το πιάσει με το χέρι και βλέπει πως ήταν σκληρό, καυτερό και γυαλιστερό! Αφήνει το αυγό να κρυώσει και βλέπει πως ήταν βαρύ και σκληρό σαν σίδερο. Δεν έσπαγε με τίποτα. Μάνα και παιδί έμειναν με την απορία, μέχρι να έρθει ο άνδρας του σπιτιού, ο οποίος βλέπει το αυγό και λέει: «Αυτό γυναίκα μοιάζει με χρυσάφι. Αύριο θα πάω στον σαράφη να ρωτήσω, γιατί εγώ δεν ξέρω από τέτοια!»
Την άλλη μέρα παίρνει το κίτρινο αυγό και πηγαίνει στον σαράφη. Είπε την ιστορία, πώς βρέθηκε στα χέρια του αυτό το πράμα και περίμενε. Ο σαράφης το παίρνει, το δαγκώνει λίγο, το κοιτάζει καλά και ξαναρωτάει για να μάθει καλύτερα την υπόθεση.
«Αυτό είναι χρυσάφι», λέει. «Είσαι τυχερός που η κότα σου γεννάει χρυσαφένια αυγά. Εγώ όμως δεν το αγοράζω γιατί φοβάμαι. Όπως ήταν αυγό και έγινε χρυσάφι, έτσι μπορεί να γίνει πάλι αυγό μετά από μία ώρα. Αν θέλεις να μου το δώσεις, το παίρνω για χατίρι και σου δίνω δύο γρόσια για να αγοράσεις ένα ψωμί για τα παιδιά σου.»
«Θα ρωτήσω τη γυναίκα μου», λέει ο φουκαράς, και γυρίζει πίσω με το χρυσό αυγό στο χέρι. Αφού το συζήτησε με τη γυναίκα του, που δεν είχε ιδέα από χρυσάφια και θησαυρούς, το έκρυψε κάτω από το αχυρένιο στρώμα του. Αραιά και που, κοίταζε αν βρίσκεται στη θέση του το αυγό και αν άλλαξε το χρώμα του. Όσο περνούσε ο καιρός, το αυγό χρύσιζε πιο πολύ.
Αρκετά πιο πέρα από το καλύβι του φτωχού ήταν το παλάτι ενός πλούσιου, που δεν είχε παιδιά. Το βίος του ήταν αμέτρητο. Είχε απέραντες εκτάσεις δικές του και πολλά κοπάδια ζωντανά. Στη δούλεψή του κρατούσε γραμματικούς, επιστάτες, εργάτες και υπηρέτες.
Στην αυλή του είχε μία βρύση, κοντά σε τρεις λεύκες, που έτρεχε νύχτα μέρα κρυστάλλινο νερό. Έλεγαν πως τις νύχτες μέχρι τα ξημερώματα τραγουδούσαν και χόρευαν εκεί γύρω νεράιδες όμορφες, για χάρη του νοικοκύρη τους.
Στο μεγάλο δωμάτιο του παλατιού, όπου έμπαιναν λίγοι άνθρωποι,
έλεγαν πως κατέβηκε ο δεύτερος ουρανός. Από πάνω είχε ζωγραφισμένα το φεγγάρι, τ' αστέρια και άλλα ουράνια σώματα και στα πλάγια, από τη μεριά της Ανατολής, αντί για παράθυρο είχε ζωγραφιστό έναν ήλιο χαμογελαστό. Ήταν ένας ουρανός που δε βρέχει ούτε χιονίζει ποτέ.
Δίπλα στην εξώπορτα της αυλής, είχε μία μαρμάρινη βάση με δύο σκαλιά στη μία μεριά. Εκεί τραβούσαν οι υπηρέτες το άλογο το ραχβανί[1], για να καβαλήσει ο πλούσιος και να πάει στις δουλειές και τις υποθέσεις του.
Το πλούτος του φτωχού ήταν τα παιδιά του και οι χίλιες χαρές που έρχονταν μαζί με αυτά.
Το πλούτος του πλούσιου ήταν τα αμέτρητα χρήματα και το βίος του. Έλεγαν πως με όλα αυτά που έχει δεν είναι ευχαριστημένος γιατί του λείπουν οι αληθινές χαρές της ζωής, τα παιδιά.
Ανάμεσα στον πλούσιο και το φτωχό δεν υπήρχε τίποτα κοινό. Μερικές μέρες μόνο πήγαινε ο φτωχός και δούλευε εργάτης στα χτήματα του πλούσιου, για να οικονομήσει λιγοστό αλεύρι για τα παιδιά του. Είχε όμως ένα μεγάλο και βασανιστικό παράπονο ο φτωχός από τον πλούσιο. Ήθελε να τον χαιρετάει όταν καβάλα στο άλογο περνούσε από το δρόμο μπροστά από το καλύβι του. Όταν τον έβλεπε ο φτωχός να έρχεται από μακριά με τους σωματοφύλακές του από πίσω, πήγαινε προς το δρόμο και περίμενε να πάρει χαιρετισμό, και να τον ανταποδώσει. Ποτέ όμως δεν άκουσε την καλημέρα του. Ο πλούσιος περνούσε κρατώντας το κεφάλι ψηλά και το μάτι καρφωμένο μπροστά, χωρίς να καταδεχτεί ποτέ του να στρίψει το πρόσωπο και να δώσει την καλημέρα του.
Ζούσαν στον ίδιο τόπο, την ίδια γειτονιά και περίμενε, ήθελε την καλημέρα του πλουσίου σαν μεγάλη χάρη.
Ήρθε, πέρασε ο καιρός και κύλησαν τα χρόνια, χωρίς να σβήσει ο καημός του φτωχού. Έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι και τον πήραν οι συλλογισμοί. Έπρεπε να ετοιμάσει τον εαυτό του για τον άλλο κόσμο. Για να κάνει την ετοιμασία αυτή ήταν ανάγκη να τακτοποιήσει δύο υποθέσεις.
Η μία ήταν να ακούσει έναν χαιρετισμό από τον γείτονα και η άλλη ήταν να μοιράσει το χρυσό αυγό, που το δικαιούνταν τα παιδιά και η γυναίκα του.
Για τη μοιρασιά σκέφτονταν πολύ καιρό και λύση δεν εύρισκε. Πώς να κομματιάσει το χρυσό αυγό; Πώς να το μοιράσει δίκαια στη γυναίκα και τα παιδιά του; Φοβούνταν μήπως χωρίς να το θέλει αδικήσει κάποιον απ' όλους και δεν τολμούσε να αποφασίσει.
Κάποια στιγμή του ήρθε μία ιδέα. Στέλνει το μεγάλο παιδί του και προσκαλεί τον πλούσιο να έρθει εξάπαντος στο καλύβι του. «Σε θέλει, λέει, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του για κάτι που είναι ανάγκη».
Ο πλούσιος έκανε την χάρη και ήρθε στο καλύβι. Ο φτωχούλης ήταν ξαπλωμένος πάνω στο αχυρένιο στρώμα του άρρωστος αδύναμος βαρύς. Έκανε να ανακαθίσει αλλά δεν είχε δυνάμεις. «Καλώς καταδέχτηκες να μπεις στο καλύβι μου γείτονα, λέει. Ήρθαν, πέρασαν τα χρόνια και φεύγω για τον άλλο κόσμο. Έχω όμως ένα καημό και θέλω να στο μολογήσω. Πες μου, γιατί ποτέ σου δε γύρισες το πρόσωπο να μου δώσεις την καλημέρα σου; Ήθελα πολύ να την ακούσω από το στόμα σου, γιατί η καλημέρα είναι του θεού και σ’ όποιον την λες ανθίζει. Για να μη φύγω από τον κόσμο μ’ αυτό το μεγάλο παράπονο, σε κάλεσα να ’ρθεις και να με αποχαιρετίσεις αφού δεν θέλησες ποτέ σου να με χαιρετήσεις. Μου έκανες μεγάλη τιμή που ήρθες στο κάλεσμα του αποχαιρετισμού. Επειδή η πράξη σου αυτή έχει για μένα μεγάλη αξία, πάρε τούτο το αυγό που βασανίστηκα πολύ να το μοιράσω δίκαια, αλλά δεν τα κατάφερα. Μου είναι τόσο βαρύ που δεν μπορώ να το σηκώσω. Αγκιστρώνει την ψυχή μου εδώ στο χώμα και δεν την αφήνει να πετάξει στα ουράνια και να περάσει εύκολα τα τελώνια».
Άπλωσε το χέρι και ακούμπησε το αυγό στην παλάμη του πλούσιου γείτονα, που έμενε άλαλος και αμήχανος. Καθώς είπε τα τελευταία λόγια, άφησε και την ύστερη πνοή του.
Ο πλούσιος κοίταξε γύρω τριγύρω του. Απέθεσε το χρυσό αυγό εκεί δίπλα στο αχυρόστρωμα και με σκυφτό κεφάλι ορθώθηκε για να δώσει τον χαιρετισμό που χρωστούσε σ’ όλη του τη ζωή. Καθώς άπλωνε βαριά τα βήματα για να φύγει τον άκουσαν που έλεγε:
— «Αν ένα τόσο μικρό κομμάτι χρυσό δίνει τόσο πολύ βάρος στην ψυχή και δεν την αφήνει να πετάξει, πώς θα πετάξει η δική μου όταν έρθει η ώρα εκείνη με τα τόσα χρυσάφια που έχω παραχωμένα;»
Από τότε ο ακατάδεχτος πλούσιος έγινε αλλιώτικος άνθρωπος. Ήτανε καταδεχτικός, συμπαθητικός και δεν έλειψε η καλημέρα του θεού από το στόμα και την καρδιά του.
Και εκείνοι έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.



ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Το χρυσό κορίτσι 
Μια φορά κι έναν καιρό πέθανε η γυναίκα ενός άντρα και εκείνος, τι να κάνει; 
Ξαναπαντρεύτηκε. Μπήκε η μητριά στο σπίτι και είδε ότι εκτός από τη δικιά της την
κόρη ο άνδρας είχε ένα κορίτσι από την πρώτη του γυναίκα. Το κεραυνοβόλησε με το
βλέμμα της και φώναξε στον άνδρα της: 
- Αυτό το κορίτσι δεν το θέλω στο σπίτι! 
- Μα πού να το πάω! Δε βλέπεις πως είναι ακόμα μικρό και αθώο; 
απάντησε ο πατέρας. 
- Να το πάς όπου θέλεις, στο δάσος, στη θάλασσα… μόνο να μην το
βλέπω στα μάτια μου. 
Σήμερα καυγάς, αύριο καυγάς, επιτέλους συμφώνησε ο πατέρας να φύγει το
παιδί του από το σπίτι. 
- Ζύμωσε ένα μικρό ψωμάκι, παρήγγειλε στη γυναίκα του. 
Η μητριά ζύμωσε ένα ψωμάκι από κεχρί, το έβαλε στον τορβά και έδωσε τον
τορβά στον άντρα της. Εκείνος έριξε τον τορβά στον ώμο, πήρε το κορίτσι από το
χέρι και το οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος. Είδε εκεί ένα μικρό λόφο. Ανέβηκε ο
πατέρας με το παιδί στο λόφο, έβγαλε το ψωμί από τον τορβά, το κύλησε προς τα
κάτω και είπε; 
- Τρέχα, παιδί μου, να πιάσεις το ψωμάκι! 
Το κορίτσι έτρεξε πίσω από το ψωμάκι και το έπιασε μέσα στα χόρτα. Εκείνη
την ώρα ο πατέρας του χώθηκε στο δάσος και εξαφανίστηκε. 
- Μπαμπά, το έπιασα το ψωμάκι! Γύρισε πίσω το παιδί . 
- Πού είσαι, μπαμπά μου; 
Ανέβηκε ξανά στο λόφο, κοίταξε γύρω του. Ζωντανή ψυχή δεν υπήρχε. Τα
μάτια του γέμισαν δάκρια. Τράβηξε κάτω από τα αιωνόβια δέντρα να ψάξει μονοπάτι
στο δάσος. Εδώ μονοπάτι, εκεί μονοπάτι, κανένα μονοπάτι δε βρήκε. Όλη μέρα
περιπλανιόταν το κορίτσι. Όταν ο ήλιος βυθίστηκε στο πυκνό φύλλωμα του δάσους
και άρχισε να σκοτεινιάζει, το παιδί φοβήθηκε και άρχισε να κλαίει δυνατά. 
Στο βάθος (στη μέση) του δάσους σε μια ξύλινη καλύβα ζούσε μια γριούλα
κομπογιαννίτισσα. Σαν άκουσε ανθρώπινη φωνή, βγήκε και φώναξε στο σκοτάδι: 
- Ποιος κλαίει εκεί πέρα; Αγόρι ή κορίτσι; Αν είσαι κορίτσι, έλα στη
γιαγιά, αν είσαι αγόρι, φύγε! 
- Κορίτσι είμαι, γιαγιά, απάντησε το ορφανό. 
- Έλα τότε γρήγορα! 
Όταν πλησίασε, το κορίτσι ρώτησε: 
- Γιατί δε θέλεις αγόρι, γιαγιά; 
- Γιατί χρειάζομαι βοήθεια και τα αγόρια δεν ξέρουν να συγυρίζουν το
σπίτι. 
Το κορίτσι μπήκε στην καλύβα. Η γριά το φίλεψε, του έστρωσε να κοιμηθεί
και εκείνο ξάπλωσε. Σε λίγο ξάπλωσε και η γριούλα. Το πρωί το κορίτσι σηκώθηκε
πριν τη γιαγιά, συμμάζεψε και σκούπισε το σπίτι, έφερε νερό από τη βρύση. Όταν
ξύπνησε η γριά και είδε τι έκανε η μουσαφίρισσά της, χαμογέλασε, αλλά δεν είπε
τίποτα. Ντύθηκε και ξεκίνησε να πάει να μαζέψει μανιτάρια στο δάσος. Στην πόρτα
παρήγγειλε στο σβέλτο κορίτσι: 
- Στο υπόγειο έχω ζωύφια: φίδια, σαύρες, χελώνες. Εσύ ζεμάτισε
πίτουρα και τάισέ τα. Μην τα φοβάσαι, γιατί δεν δαγκώνουν. Το κοριτσάκι ζεμάτισε πίτουρα, τα άφησε να κρυώσουν και τα πήγε στο
υπόγειο. Τάισε καλά-καλά τα ζωάκια και αφού δεν είχε τι άλλο να κάνει, έφτιαξε από
χάντρες περιδέραια και έδεσε από ένα σε κάθε ζωάκι. Το μεσημέρι φάνηκε και η
γριά. Τα ζωάκια έτρεξαν να την υποδεχθούν και άρχισαν να παινεύονται: 
- Κοίτα, γιαγιά, η κοπέλα μας έδεσε γιορντάνια! Και μας τάισε και
νόστιμα! 
- Και σ’ εκείνη η γιαγιά σας θα δέσει γιορντάνι! απάντησε η γριά και
ξανά χαμογέλασε. 
Κοντά στην καλύβα έτρεχε ένα παράξενο ποτάμι. Κάθε ώρα το νερό άλλαζε
το χρώμα του. Μετά το μεσημέρι η γιαγιά πήγε το κορίτσι στην όχθη του ποταμού, 
ξάπλωσε στο χόρτο και του είπε: 
- Εγώ, παιδί μου, θα κοιμηθώ λιγάκι εδώ στο χόρτο. Εσύ τραγούδησέ
μου, γιατί δεν με παίρνει εύκολα ο ύπνος χωρίς τραγούδι. 
Κάθισε το κορίτσι δίπλα στο κεφάλι της γριούλας και άρχισε να τραγουδάει
γλυκά. Το τραγούδι του ήταν σιγανό σαν ζουζούνισμα μέλισσας. Πριν κοιμηθεί, η
γριά του είπε νυσταγμένα: 
- Να κοιτάς το νερό! Πρώτα θα τρέξει μπλε νερό, μετά κόκκινο, πιο
ύστερα μαύρο. Μετά το μαύρο θα φανεί το κίτρινο. Ξύπνησέ με, όταν
έρθει το κίτρινο νερό! 
Η γριά αποκοιμήθηκε. Το κορίτσι έκπληκτο κοιτούσε το ποτάμι. Το χρώμα
του νερού άλλαζε συνέχεια: μια μπλε, μια κόκκινο, μια μαύρο. Κάποια ώρα φάνηκε
να έρχεται το κίτρινο νερό και το κορίτσι ξύπνησε τη γιαγιά. Η γριά πετάχτηκε στη
στιγμή, άρπαξε την κοπέλα και τη βούτηξε στο ποτάμι. 
- Βάστα, παιδί μου, είπε. Πιάσε ό, τι μπορείς! 
Το κορίτσι έπιασε κάτι, το έσφιξε και όταν η γριά το έβγαλε από το νερό είδε, 
ότι κρατάει ένα μικρό μπαούλο. 
- Τι έχει μέσα, γιαγιά; - ρώτησε το κορίτσι. 
- Όταν πας στο σπίτι σου, θα το ανοίξεις, να με αυτό εδώ το κλειδάκι, 
και θα δεις τι έχει μέσα – απάντησε η γιαγιά. 
Ύστερα του έδωσε ένα κλειδάκι, το οδήγησε έξω από το δάσος, του έδειξε το
δρόμο για το σπίτι του και το έστειλε να πάει στο καλό. 
Έφυγε το κορίτσι και όταν μπήκε στο σπίτι, εκείνο ολόκληρο έλαμψε, γιατί το
κίτρινο νερό ήταν χρυσό και η κοπέλα έγινε ολόκληρη χρυσή. Η μητριά δάγκασε τα
χείλη της από τη ζήλια. 
- Τι κουβαλάς στο μπαούλο; ρώτησε ο πατέρας. 
Το κορίτσι ξεκλείδωσε το μπαούλο, το άνοιξε και όλοι έμειναν με ανοιχτό το
στόμα: το μπαούλο ήταν ως επάνω γεμάτο με χρυσά νομίσματα. 
- Λέγε πού ήσουν; είπε η μητριά. 
Το χρυσό κορίτσι τα διηγήθηκε όλα. 
- Γρήγορα να πας και το δικό μου το κορίτσι σ’ εκείνο το δάσος! 
φώναξε η μητριά στον άντρα της. 
- Ζύμωσε ένα ψωμί, αφού είναι έτσι! 
Η μητριά ανασκουμπώθηκε και ζύμωσε ένα ωραίο σταρένιο ψωμί. Ο πατέρας
πήρε την προγονή του, την οδήγησε στο λόφο στο δάσος, κύλησε το ψωμί και όταν το
κορίτσι έτρεξε πίσω του να το πιάσει, εκείνος κρύφτηκε. 
Όλη μέρα περιπλανιόταν το κορίτσι στο δάσος και όταν πήρε να βραδιάζει, 
άρχισε να κλαίει. 
- Ποιος κλαίει; - ρώτησε ξανά η ίδια γριούλα μέσα από το σκοτάδι. 
Αγόρι είσαι ή κορίτσι; Αν είσαι αγόρι, φύγε. Αν είσαι κορίτσι, 
πλησίασε, έλα ‘δω! - Κορίτσι είμαι! αποκρίθηκε η προγονή και μπήκε στην καλύβα. 
Η γριά του δάσους τη φίλεψε και της έστρωσε να κοιμηθεί. Το πρωί, όταν ο
ήλιος ανέβηκε ψηλά, η γριά σηκώθηκε, η μουσαφίρισσα όμως ακόμη κοιμόταν. 
Σούφρωσε τα φρύδια η οικοδέσποινα, αλλά δεν είπε τίποτα. Ξύπνησε την κοπέλα και
της είπε: 
- Εγώ θα πάω να μαζέψω μανιτάρια, εσύ συγύρισε το σπίτι, ζεμάτισε
πίτουρα και τάισε τα ζωύφιά μου. Είναι στο υπόγειο. Μην τα φοβάσαι, 
γιατί δε δαγκώνουν. 
Το κορίτσι σηκώθηκε, πήρε τη σκούπα και άρχισε να σκουπίζει, μα χωρίς να
ραντίσει με νεράκι, και σηκώθηκε σκόνη σαν καπνός. Ζεμάτισε πίτουρα, τα πήγε
ζεστά στα φίδια, στις σαύρες και στις χελώνες. Τα ζώα κατακάηκαν και όταν το
μεσημέρι γύρισε η γριά από το δάσος, άρχισαν να της λένε τα παράπονά τους: 
- Γιαγιά, η κοπέλα μας ζεμάτισε με τα πίτουρα! Μας έκαψε πολύ! 
Πονάμε, γιαγιά! 
- Και η γιαγιά σας θα τη ζεματίσει την κοπέλα! ψέλλισε η γριά και
μπήκε στην καλύβα. 
Μετά το μεσημέρι η γριά πήγε το κορίτσι στο θαυματουργό ποτάμι και του
παρήγγειλε: 
- Εγώ θα κοιμηθώ λιγάκι, εσύ να κοιτάς το ποτάμι. Όταν περνάει το
μπλε νερό, να μη με ξυπνήσεις, όταν περνάει το κίτρινο μη με
ξυπνήσεις, όταν περνάει το κόκκινο –πάλι μη με ξυπνήσεις. Σαν έρθει
το μαύρο νερό, ξύπνησέ με! Άντε τώρα, τραγούδησέ μου λίγο, ώσπου
να αποκοιμηθώ! 
Το κορίτσι άρχισε να τραγουδάει, μα τόσο δυνατά και άσχημα, που η γριά το
διέκοψε. 
- Σταμάτα! του είπε. Δεν μπορείς να με νανουρίσεις μ’ αυτό το
τραγούδι. 
Το κορίτσι σταμάτησε. Η γριά αποκοιμήθηκε, το ποτάμι άρχισε να κελαρύζει
και να αλλάζει το χρώμα του. Όταν έφτασε το μαύρο νερό, το κορίτσι ξύπνησε τη
γιαγιά. Η γριά του δάσους πετάχτηκε, άρπαξε την κοπέλα από τα μαλλιά, τη βούτηξε
στο ποτάμι και φώναξε: 
- Βάστα, παιδί μου, είπε. Πιάσε ό, τι μπορείς! 
Το κορίτσι έπιασε ένα μπαούλο και το έσφιξε στην αγκαλιά του. Η γιαγιά το
έσυρε στην όχθη, του έδωσε ένα κλειδάκι, με το οποίο να ξεκλειδώσει το μπαούλο
όταν θα φτάσει στο σπίτι του, το έβγαλε από το δάσος και του έδειξε το δρόμο για το
πατρικό του σπίτι. Η μητριά το περίμενε στην άκρη του χωριού. Ήταν σούρουπο. 
Όταν είδε πως το παιδί της έγινε μαύρο και άσχημο, κιτρίνισε από την κακία, αλλά
είπε στον εαυτό της: 
- Μακάρι τουλάχιστον το μπαούλο να είναι γεμάτο χρυσάφι. 
Πήγαν στο σπίτι τους, ξεκλείδωσαν το μπαούλο και τι να δουν! Μέσα είχε
μόνο φίδια, σαύρες και καβούρια. Άρχισαν όλοι να τσιρίζουν, έτρεξαν έξω. Η χρυσή
κόρη έτρεξε στο δρόμο. 
- Τρέχα γρήγορα να της πάρεις τα χρυσά ρούχα, να ντύσουμε μ’ αυτά το
δικό μου το κορίτσι! διέταξε η μητριά τον άντρα της. 
Ο άντρας έτρεξε πίσω από την κόρη του. Έτρεχε εκείνη, έτρεχε εκείνος, 
έτρεχε εκείνη, έτρεχε πίσω της εκείνος, ώσπου κάποια στιγμή, αφού είδε, ότι ο
πατέρας της θα τη φτάσει, η χρυσή κόρη άνοιξε τα χέρια της και πέταξε σαν πουλί. 
Ανέβηκε πάνω από τα σπίτια, πάνω από τους κήπους, πάνω από τις κορυφές των
βουνών. Μεταμορφώθηκε σε χρυσό φεγγάρι και έλαμψε πάνω στον ουρανό. Ο πατέρας της έμεινε κάτω με το στόμα ανοιχτό. Τέτοιο θαύμα δεν είχε δει
ποτέ στη ζωή του. 
Από τότε η χρυσή κόρη εμφανίζεται τη νύχτα στον ουρανό, φωτίζει όλη τη γη
και ψάχνει να δει το πατρικό της σπίτι.

H πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν το αλάτι. Ινδικό παραμύθι



Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε σε κάποια επαρχία της Ινδίας ένας μαχαραγιάς που είχε εφτά κόρες. Κάποια μέρα τις κάλεσε στην αυλή του και τις ρώτησε:


"Πέστε μου, κορίτσια μου, το κάθε ένα από εσάς, πόσο πολύ με αγαπάτε;"


Τα έξι μεγαλύτερα κορίτσια, το ένα μετά το άλλο, απάντησαν: "Πατέρα, σε αγαπάμε όπως την πιο γλυκιά ζάχαρη."


Το έβδομο παρέμεινε σιωπηλό για λίγο, και όταν πιέστηκε να απαντήσει, είπε: "Πατέρα, σε αγαπώ όπως το αλάτι."


Ο μαχαραγιάς, που άκουσε με μεγάλη ευχαρίστηση τις απαντήσεις των μεγαλύτερων κοριτσιών, ένιωσε πολύ θυμωμένος με την απάντηση της έβδομής του κόρης. Έτσι, με οργή, διέταξε να την απομακρύνουν αμέσως από μπροστά του, και να την εξορίσουν.


Οι υπηρέτες μετέφεραν την πριγκίπισσα μακριά, εγκαταλείποντάς την μέσα στη ζούγκλα. Η καημένη η πριγκίπισσα έκλαψε, έκλαψε πολύ, αναλογιζόμενη τη μοίρα της όταν έφυγαν και την άφησαν εκεί, μέχρι που ήρθε το βράδυ και αποκοιμήθηκε.


Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, ανακάλυψε με μεγάλη της έκπληξη ένα πιάτο γεμάτο φαΐ και ένα ποτήρι νερό να είναι τοποθετημένα στο προσκεφάλι της. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να είναι εκείνος που της προσέφερε βοήθεια σε μια τόσο απομονωμένη τοποθεσία. Βάλθηκε αμέσως να τρώει, μια και πεινούσε πολύ, προσευχόμενη στο Θεό να της αποκαλύψει ποιος ήταν αυτός που της έσωσε τη ζωή.


Περίμενε και περίμενε μήπως εμφανιστεί κάποιος, αλλά μάταια. Μη αντέχοντας άλλο την αναμονή σηκώθηκε και κίνησε να βρει εκείνον που της προσέφερε φαγητό. Αφού περπάτησε για πολύ μέχρι που αντίκρισε εκεί στην καρδιά της ζούγκλας, κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, ένα παλάτι από μάρμαρο να γυαλίζει μεγαλοπρεπές κάτω από το φως του ήλιου. Με μεγάλη δυσκολία διέσχισε την πυκνή βλάστηση του δάσους και πήγε και κτύπησε στην πύλη του παλατιού.

Αν και κανείς δεν απάντησε στο κτύπημά της, οι πόρτες άνοιξαν αποκαλύπτοντάς της ένα κτίριο λευκό σα γάλα, το οποίο περιέβαλαν υπέροχοι κήποι, που φιλοξενούσαν και μια μικρή λίμνη με καθάρια κρυστάλλινα νερά. Μπήκε στην αυλή του παλατιού, αλλά
άνθρωπος πουθενά! Διέσχισε άφοβα, με σταθερό βήμα, όλα τα υπέροχα δωμάτια, μέχρι που έφτασε σε ένα, όπου ένα όμορφος πρίγκιπας βρισκόταν ξαπλωμένος λιπόθυμος, καλυμμένος σ' ολόκληρο το σώμα από βελόνες.
  Η πριγκίπισσα κάθισε δίπλα του και άρχισε αμέσως να αφαιρεί από το σώμα του τις βελόνες. Ολόκληρη εκείνη τη μέρα και τη νύχτα ήταν απασχολημένη, και την επόμενη μέρα και την επόμενη και την επόμενη, βγάζοντας προσεκτικά τις βελόνες από το σώμα του πρίγκιπα. Κι όμως, όσο κι αν περνούσαν οι μέρες, πάντα υπήρχαν κι άλλες βελόνες για να αφαιρεθούν.
Επιτέλους, μετά από βδομάδες και βδομάδες δουλειάς, όλες οι βελόνες αφαιρέθηκαν από το σώμα του πρίγκιπα, εκτός από μία που ήταν καρφωμένη στο πρόσωπό του. Η πριγκίπισσα κατάλαβε ότι μάλλον ο πρίγκιπας θα ξυπνούσε μόλις του αφαιρούσε την τελευταία βελόνα και σκέφτηκε να πάει έξω στη λίμνη και να κάνει ένα μπάνιο, και να φροντίσει τον εαυτό της πριν το μεγάλο γεγονός.


Όμως, ο πρίγκιπας ήταν παντρεμένος με μια κακιά γυναίκα. Αυτή ήταν που γέμισε το σώμα του με βελόνες. Αυτή η κακιά γυναίκα, λοιπόν, -καθώς η πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι ήταν στη λίμνη-, ανακάλυψε ότι οι βελόνες αφαιρέθηκαν από το σώμα του άντρα της. Με πανουργία σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να πιστωθεί αυτή με την ανακούφιση του πρίγκιπα από τον πόνο του, έτσι βγάζοντας την τελευταία βελόνα τον επανέφερε στη ζωή.


Όταν η πριγκίπισσα, που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, επέστρεψε στο δωμάτιο, άκουσε τον πρίγκιπα να ρωτά: "Ποιος έβγαλε τις βελόνες από το σώμα μου και με επανέφερε στη ζωή;" Ενώ ήταν έτοιμη να απαντήσει, άκουσε μια φωνή πίσω από την κουρτίνα να λέει δυνατά: "Εγώ, με τη βοήθεια αυτής της νέας υπηρέτριας που ήρθε στο παλάτι."
  Η πριγκίπισσα, που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, ένιωσε αβοήθητη. Δεν ήθελε να πει κάτι, επειδή φοβήθηκε τη γυναίκα του πρίγκιπα. Έτσι, αποδέχτηκε σιωπηλά τη θέση της υπηρέτριας στο παλάτι.
  Όταν ο πρίγκιπας απέκτησε πλήρως την υγεία του, άρχισε να παρατηρεί το κορίτσι που δούλευε στο σπίτι και σκέφτηκε ότι ήταν πολύ όμορφη για να είναι υπηρέτρια. Αλλά φοβόταν την κακιά του γυναίκα, κι έτσι δεν τόλμησε να πει τίποτα.
  Κάποια μέρα αποφάσισε να πάει ένα μεγάλο ταξίδι σε μια άλλη χώρα και ρώτησε τι γυναίκα του τι θα ήθελε να της φέρει όταν επιστρέψει. Ρώτησε και την υπηρέτρια.
  Ενώ η βασίλισσα είπε ότι ήθελε κοσμήματα και μετάξια, η πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, είπε ότι θα ήθελε να μικρό Ηλιοκούτι.
  Ο πρίγκιπας δεν άκουσε ποτέ πριν για ένα τέτοιο πράγμα, κι έτσι δεν ήξερε πως έμοιαζε και που θα μπορούσε να το βρει. Αλλά υποσχέθηκε να της το φέρει κι αναχώρησε για την ξένη χώρα.
  Καθώς ταξίδευε, είχε συνέχεια το Ηλιοκούτι στο μυαλό του. Όπου κι αν πήγε το αναζήτησε, αλλά ποτέ κανείς δεν ήξερε κάτι γι' αυτό.
  Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ο πρίγκιπας ένιωθε πολύ λυπημένος, επειδή δεν είχε ακόμη βρει το δώρο που του ζήτησε η υπηρέτρια. Μια νύχτα, όμως, καθώς ξάπλωνε σκεφτόμενος το Ηλιοκούτι, είχε ένα όραμα. Είδε τον εαυτό του να διασχίζει ένα δάσος και να κατευθύνεται προς την καλύβα ενός ασκητή, που κοιμόταν, λέει, για εννιά χρόνια και μετά έμενε ξύπνιος για δέκα. Αυτός είχε το Ηλιοκούτι.
  Ο πρίγκιπας καβάλησε το άλογό του το επόμενο πρωί και με μερικούς συνοδούς, κίνησε για να βρει το δάσος του ονείρου του. Προχωρούσε και προχωρούσε, μέχρι που έφτασε σ' ένα μέρος που, είδε έναν ασκητή να κοιμάται, που έμοιαζε ακριβώς όπως εκείνον του ονείρου του. Παρέμεινε εκεί και περίμενε τον άγιο άνθρωπο να ξυπνήσει.
  Ο ασκητής ξύπνησε μετά από δύο βδομάδες. Βλέποντας τον πρίγκιπας που καθόταν στα πόδια του υπομονετικά τον ρώτησε αν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτόν.
  "Θέλω το Ηλιοκούτι, άγιε άνθρωπε," παρακάλεσε ο πρίγκιπας ενώνοντας τα χέρια.
  "Ζήτησες κάτι το δύσκολο," είπε ο ασκητής, "αλλά επειδή είσαι ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στο σκοπό σου, θα σου το δώσω." Κι αμέσως κατευθύνθηκε προς μια πηγή. Κατεβαίνοντας στα βάθη της έφτασε στο σπίτι της κόκκινης νεράιδας που, όπως καλά ήξερε, ήταν η κάτοχος του Ηλιοκουτιού, που επιθυμούσε ο πρίγκιπας. Στάθηκε, ψέλνοντας ένα ύμνο στο νερό και η νεράιδα εμφανίστηκε.

"Είμαι στη διάθεσή σου, ω πρίγκιπα των ερημιτών," είπε αυτή.


"Θέλω το Ηλιοκούτι, ω νεράιδα!," απάντησε. Με την ταχύτητα μιας αστραπής η μικρή νεράιδα βούτηξε στα νερά και ξαναβγήκε στην επιφάνεια, φέρνοντας μαζί της ένα όμορφο μικρό κουτί.
  "Εδώ μέσα υπάρχουν εφτά μικρές κούκλες," εξήγησε, "και ένα μικρό μαγικό φλάουτο. Κανείς εκτός απ' αυτήν που το θέλει δεν πρέπει να το ανοίξει. Κι αυτή πρέπει να το ανοίξει στη διάρκεια της νύχτας."
  Ο ασκητής την ευχαρίστησε, πήγε κι έδωσε στον πρίγκιπα το κουτί, λέγοντάς του όλα όσα του είπε η νεράιδα. Ο πρίγκιπας ήταν ενθουσιασμένος. Κρύβοντάς το για ασφάλεια στο τουρμπάνι του, ζήτησε την άδεια του ερημίτη για να φύγει και αναχώρησε αμέσως.
  Μόλις έφτασε σπίτι κάλεσε τη γυναίκα του και της έδωσε τα δώρα, κοσμήματα και μεταξωτά, που της είχε φέρει. Μετά κάλεσε την πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, και της έδωσε το Ηλιοκούτι. Τον ευχαρίστησε. Και μια και ήξερε ότι δεν έπρεπε να το ανοίξει μέχρι το βράδυ, το πήρε και το έκρυψε κάτω από το μαξιλάρι της.
  Τη νύχτα, όταν τέλειωσε τις δουλειές της κι έμεινε μόνη, πήγε έξω ολομόναχη, στην καρδιά της ζούγκλας. Κάθισε σ' ένα ξέφωτο και άνοιξε το Ηλιοκούτι. Το φλάουτο κι οι εφτά μικρές κούκλες έπεσαν έξω. Πήρε στα χέρια της το μαγικό όργανο και, βάζοντάς το στα χείλη της, άρχισε να παίζει. Αργά και σιωπηλά τα κουκλάκια άρχισαν να κινούνται με ρυθμικό τρόπο γύρω της και να φροντίζουν για την εμφάνισή της, χτενίζοντας τα μαλλιά της, στολίζοντάς τα με λουλούδια. Αλλά, καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της φροντίδας, η κόρη που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, καθώς έπαιζε το φλάουτο, δάκρυζε.
  Τελικά ένα από τα κουκλάκια κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και τη ρώτησε: "Γιατί κλαις, όμορφη κόρη;"
  "Γιατί ο πατέρας μου στάθηκε απέναντί μου άδικος και σκληρός," απάντησε, "και με εξόρισε από το βασίλειό του επειδή είπα ότι τον αγαπούσα σαν αλάτι, ενώ οι αδελφές μου είπαν ότι τον αγαπούσαν σαν ζάχαρη. Αλλά κι επειδή αγαπώ τον πρίγκιπα τον οποίο ανακούφισα από τον πόνο που του προκάλεσαν οι βελόνες, τις οποίες η ίδια του η γυναίκα του κάρφωσε στο σώμα."
  "Μην κλαις, μην κλαις," την παρηγόρησαν τα νεραϊδοκουκλάκια. "Όλα θα πάνε καλά. Πολύ καλά."
  Η πριγκίπισσα τότε άρχισε να ξαναπαίζει το φλάουτο στέλνοντας τα κουκλάκια στο Ηλιοκούτι, κι επέστρεψε στο παλάτι λίγο προτού χαράξει.
  Την επόμενη νύχτα πήρε πάλι το κουτί, και πήγε στο ίδιο σημείο στη ζούγκλα. Όλα έγιναν ακριβώς όπως και το προηγούμενο βράδυ, εκτός από το γεγονός ότι τώρα υπήρχε και ένας θεατής. Ένας ξυλοκόπος που περνούσε μέσα από το δάσος καθ' οδόν προς το σπίτι του, μαγεύτηκε από τη μουσική που άκουσε και πλησιάζοντας την πηγή της, είδε με έκπληξη τα κουκλάκια να χορεύουν. Χωρίς να γίνει αντιληπτός, σκαρφάλωσε σ' ένα δέντρο από όπου είδε την πριγκίπισσα να κλαίει και να θρηνεί, και να λέει: "Ο πατέρας μου στάθηκε άδικος και κακός απέναντί μου και με εξόρισε από το βασίλειό του, επειδή είπα ότι τον αγαπούσα σαν αλάτι ενώ οι αδελφές μου είπαν ότι τον αγαπούσαν σαν ζάχαρη. Και αγαπώ τον πρίγκιπα τον οποίο ανακούφισα από τον πόνο που του προκάλεσαν οι βελόνες, τις οποίες η ίδια του η γυναίκα κάρφωσε στο σώμα του."
  Την τρίτη νύχτα, συνέβηκε το ίδιο πράγμα και ο ξυλοκόπος, που και πάλι βρισκόταν στο δρόμο προς το σπίτι του, τα είδε και τα άκουσε όλα. Ένιωθε χαμένος, προβληματισμένος.

Την επόμενη μέρα ο ξυλοκόπος πήγε στο παλάτι και είπε στον πρίγκιπα τι είχε δει. Ο πρίγκιπας ένιωσε μεγάλη έκπληξη και είπε: "Θα έρθω μαζί σου για να δω το θαύμα με τα μάτια μου."
  Εκείνη τη νύχτα, προτού η πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, φύγει από το παλάτι, ο πρίγκιπας πήγε με τον ξυλοκόπο στη ζούγκλα, και αφού ο τελευταίος του έδειξε το ακριβές σημείο, σκαρφάλωσε στα κλαδιά ενός δέντρου για να παρακολουθήσει. Σύντομα είδε την πριγκίπισσα να έρχεται και να παίζει το φλάουτο της, και τα νεραϊδοκουκλάκια να βγαίνουν απ' το κουτί, να χορεύουν και να τραγουδούν. Και τότε, εκείνη άρχισε να κλαίει και να θρηνεί, ακριβώς όπως ο ξυλοκόπος του είχε περιγράψει.
  Ο πρίγκιπας, που πίστευε ότι αυτή ήταν υπηρέτρια, έμεινε έκπληκτος μαθαίνοντας ότι στην πραγματικότητα ήταν πριγκίπισσα. Χωρίς να το καλοσκεφτεί πήδησε κάτω απ' το δέντρο, την πλησίασε και την παρακάλεσε να τον συγχωρέσει και να δεχτεί να τον παντρευτεί. Στη συνέχεια τη συνόδεψε στο παλάτι. Αμέσως διέταξε την εξορία της κακιάς του γυναίκας σ' ένα απομακρυσμένο νησί, και άρχισε να κάνει προετοιμασίες για το γάμο.
  Η πριγκίπισσα, που αγαπούσε τον πατέρα της σαν αλάτι, έγραψε στους γονείς και τις αδελφές της, ζητώντας τους να έρθουν στο γάμο της.
  Νιώθοντας μεγάλη έκπληξη που ήταν ακόμη ζωντανή, ήρθαν όλοι. Ο γάμος της τελέστηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια και οι συγγενείς της έμειναν μαζί της για λίγες μέρες. Για μια ολόκληρη βδομάδα η πριγκίπισσα σέρβιρε σε όλους κανονικό φαγητό αλατισμένο, αλλά στον πατέρα της, τον μαχαραγιά, έδινε μόνο ανάλατο φαγητό. Στο τέλος της βδομάδας, του προσέφερε ένα γεύμα μ' αλάτι. Τότε εκείνος αντιλήφθηκε την αξία του αλατιού. Μετάνιωσε για τη σκληρότητα που έδειξε στην κόρη του και, θέλοντας να επανορθώσει, χάρισε σ' αυτή και στον άντρα της, ένα μέρος του βασιλείου του.

Έτσι, όπως συνήθως λένε στα παραμύθια, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΧΕΤΙΚΟ ΜΕ ΤΟ ΨΩΜΙ
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι ορφανό από μάνα που ζούσε με τον πατέρα του και τη μητριά του. Ο πατέρας του κοριτσιού ταξίδευε συχνά κι έτσι η μικρή τον περισσότερο καιρό έμενε με τη μητριά του, που ήταν κακιά και το βασάνιζε και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί.
Καθώς ήρθαν τα Χριστούγεννα, το δαιμόνιο μυαλό της μητριάς σκαρφίστηκε τρόπο για να βγάλει από τη μέση το κοριτσάκι μας. Σκέφτηκε πως, μιας και τις νύχτες τούτες κυκλοφορούσαν τα καλλικαντζάρια, ήταν ευκαιρία να βρει αφορμή να το στείλει για κάποιο θέλημα ένα βράδυ, ώστε να την αρπάξουν και να γλιτώσει από αυτό. Κι έτσι, αφού σκοτείνιασε το έστειλε στο μύλο να πάει να αλέσει στάρι, τάχα γιατί είχε σωθεί το αλεύρι και δεν είχανε να φτιάξουνε ψωμί. Το κοριτσάκι, που γνώριζε για τους καλλικαντζάρους, δεν ήθελε να βγει μες στη νύχτα καθώς φοβόταν πως θα το έπαιρναν μαζί τους, αλλά δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς κι αναγκάστηκε να πάει.
Φόρτωσε λοιπόν τα σακιά με το στάρι στο γαϊδουράκι και ξεκίνησε. Φτάνοντας στο μύλο, βρήκε το μυλωνά να σφαλίζει την πόρτα. Μόλις το είδε ο μυλωνάς, απόρησε:
-Γιατί κοριτσάκι γυρνάς τέτοια ώρα έξω; Δεν ξέρεις πως τέτοια ώρα βγαίνουν τα καλλικαντζάρια;
-Το ξέρω, μα και τι να κάνω; Με έστειλε η μητριά μου για αλεύρι.
αποκρίθηκε εκείνο.
-Καλά, έμπα μέσα και άλεσε. Μα σαν τελειώσεις, φεύγοντας, κλείσε την πόρτα.
τού'πε ο μυλωνάς κι έφυγε.
`Αρχισε να αλέθει το κοριτσάκι και νά'σου φανερώνονται τα καλλικαντζάρια κι αρχίσαν να του λένε πως θα το πάρουνε μαζί του. Τί να κάνει το κοριτσάκι, προσπάθησε να τα καθυστερήσει, μπας και γλιτώσει. Κι έτσι, κάθε φορά που το ρωτούσαν αν θά'ρθει μαζί τους, εκείνο τους ζητούσε κι από ένα πράγμα για ανταλλάγμα. Μ'αυτό τον έξυπνο τρόπο, προσπαθούσε να τα καθυστερήσει μέχρι να λαλήσει ο πετεινός τρεις φορές κι εκείνα να εξαφανιστούν! Κι έτσι κι έγινε. Κι όταν τελικά λάλησε ο κόκκορας τρίτη φορά, όχι μόνο τα καλλικαντζάρια ξεκουμπίστηκαν, αλλά το κοριτσάκι είχε κερδίσει κι ένα σωρό καλούδια από κείνα που τους ζητούσε κάθε φορά που τη ρωτούσαν αν θα πήγαινε μαζί τους.
Έτσι, όταν έφτασε στο σπίτι της, η κακιά μητριά, που την είδε να γυρίζει πίσω σώα και μάλιστα φορτωμένη με ένα σωρό δώρα, σάστισε κι άρχισα να ζητάει να μάθει πως έγινε τούτο και πως βρέθηκαν τόσα πράγματα. Το κοριτσάκι της εξήγησε πως της τα δώσαν τα καλλικαντζάρια καθώς τους τα ζήταγε για αντάλλαγμα για να τα ακολουθήσει. Μόλις τ'άκουσε αυτό η άπληστη μητριά αποφάσισε να πάει κι εκείνη στο μύλο το επόμενο βράδυ.
Όταν, λοιπόν, πήγε η μητριά και φανερώθηκαν τα καλλικαντζάρια για να την πάρουνε μαζί τους, εκείνη ανυπόμονη και αχόρταγη τους ζήτησε μονομιάς όλα εκείνα που ήθελε μαζεμένα. Οπότε οι καλλικάντζαροι της τά'φεραν στη στιγμή, δεν είχε απομείνει πια τίποτε να ζητήσει, οπότε την άρπαξαν και την κατέβασαν μαζί τους στα άδυτα της γης. Κι έτσι, το κοριτσάκι μας γλίτωσε από την κακιά μητριά κι έζησε ευτυχισμένο με τον πατέρα του που γύρισε απ'τα ταξίδια.
 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ

1. Η ιστορία ενός καλοψημένου τηγανόψωμου, Asbjornsen P.C., Moe J., Εκδόσεις Πατάκη.
2. Παραμύθια του χθες για παιδιά του σήμερα, Ανθοπούλου-Καρυώτη Β., Εκδόσεις Κέδρος.
3. Παραμύθια της Θεσσαλίας, "Η βασιλοπούλα Μυλωνού", Κλιάφα Μ., Εκδόσεις Κέδρος.
4. Μέγας Γ., Ελληνικά Παραμύθια, "Ο κυρ Σιμιγδαλένιος", Εκδόσεις Εστία.
5. Ιστορίες με καλικάντζαρους, "Οι Καλικάντζαροι στο μύλο", Μανδηλαράς Φ., Εκδόσεις Πατάκη.
6. Παραμύθια της Θεσσαλίας, "Ο γεωργός και ο λύκος", Εκδόσεις Κέδρος.
7.Η Θεά Δήμητρα, (Σειρά Μυθολογία Νο4,Σοφία Ζαραμπούκα), Εκδόσεις Κέδρος.

Ο ΑΡΤΟΣ ΗΜΩΝ...









ΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ

Κοιμήσου σιταράκι,
να ξεκουραστείς λιγάκι.
Εγώ θα σε αγαπάω,
με στοργή θα σε φυλάω.


 

                     

Νάνι, νάνι, νάνι, νάνι,
το  σιταράκι  μας να κάνει.
Να ψηλώνει, να ομορφαίνει,
τα παιδάκια να χορταίνει. 

          
 

                         (τμήμα Α2 έτος 2014-15) 



ΦΥΤΕΥΟΥΜΕ ΣΙΤΑΡΙ 


Τα παιδιά της τάξης μας χωρισμένα σε ομάδες φύτεψαν σιτάρι και σκέφτηκαν να του εξασφαλίσουν διαφορετικές συνθήκες ανάπτυξης. Πιο συγκεκριμένα, η μία ομάδα στο εξής,  δέχτηκε να παρέχει στο φυτό της φως και νερό . Η άλλη ομάδα θέλησε να παρέχει στο δικό της φυτό μόνο νερό και όχι φως. Η τρίτη ομάδα συμφώνησε να προσφέρει στο φυτό της τη δυνατότητα να έχει φως , χωρίς όμως να του δίνει νερό.Ενώ η τελευταία ομάδα χάριν πειραματισμού δέχτηκε να μην ποτίζει και να μην φωτίζει το φυτό της.
Τα αποτελέσματα της παρατήρησης μας θα τα καταγράφουμε και θα σας τα παρουσιάζουμε ανά 2 εβδομάδες.



Βέβαια εκτός από το σιταράκι των ομάδων , φυτέψαμε και το σιτάρι της τάξης , το οποίο το φροντίζουμε και σε εβδομαδιαία βάση μετρούμε την ανάπτυξή του. Μάλιστα, για να το προστατέψουμε από τα λαίμαργα πουλάκια, του χαρίσαμε και το αγαπημένο μας Σκιαχτρούλη, που έγινε ο << φύλακας άγγελός του>>.









ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΜΑΣ

ΦΥΤΟ ΧΩΡΙΣ ΦΩΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΝΕΡΟ


ΦΥΤΟ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΝΕΡΟ


ΦΥΤΟ ΜΕ ΝΕΡΟ ΧΩΡΙΣ ΦΩΣ 


ΦΥΤΟ ΜΕ ΦΩΣ ΧΩΡΙΣ ΝΕΡΟ


ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΜΑΣ

(ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΑΞΗΣ)


(ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ)








ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΑΡΤΟΓΛΥΚΙΣΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΥΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΕΝΟΡΙΑΚΟΥ ΜΑΣ ΝΑΟΥ






ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ <<Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΤΟΥΛΑ>>  Ζ.ΣΑΡΗ






ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΜΥΛΩΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΜΙΚΡΟΣ ΝΟΤΟΣ










ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ACTION AID ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠ/ΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ: <<ΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ>>

ΣΤΟ <<ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ>> ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΕΠΙΒΙΒΑΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ



Η ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΣΤΗ ΓΗ


 

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ 8 ΠΙΟ ΔΙΑΔΕΔΟΜΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΡΟΛΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ  ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ 




ΚΑΠΟΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΟΥΝ ΕΧΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΡΟΦΗ ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΓΕΥΜΑ.
ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΟΥΝ ΕΧΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΕΙ ΛΙΓΟΥΣ ΜΟΝΟ ΣΠΟΡΟΥΣ .
ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΟΥΝ ΕΝΤΕΛΩΣ ΝΗΣΤΙΚΑ.





ΚΑΠΟΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΦΟΙΤΗΣΟΥΝ ΣΕ ΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ.



ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΓΙΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΙΑ ΚΑΛΥΒΑ.


ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΝΕ ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΡΓΑΣΤΟΥΝ.






ΕΝΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΨΩΜΙ:

<<Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ>> ΑΠΟ ΤΗΝ Α2


ΟΡΓΩΜΑ

                                                                                ΣΠΟΡΑ




ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ 

                                                                 ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ ΩΡΙΜΑΣΕ                                         
                                                                                                       
                                                                                                   

                                                               Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ                                   
                                                                                               
ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ

ΤΟ ΛΙΧΝΙΣΜΑ

ΤΟ ΚΟΥΒΑΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ

ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ ΣΤΟ ΜΥΛΟ

ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΛΕΥΡΙ

Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΛΕΥΡΙΟΥ

ΤΟ ΑΛΕΥΡΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΖΥΜΑΡΙ

ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ

ΤΟ ΨΩΜΙ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟ







ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ  ΧΑΡΤΗ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΙΤΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ 


ΥΠΟΣΙΤΙΣΜΟΣ





Επισκεφτείτε τον ακόλουθο σύνδεσμο για να πληροφορηθείτε τα αίτια της πείνας.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου